https://www.kathimerini.gr/k/k-magazine/564470962/mipos-to-echoyme-parakanei-me-tin-psychotherapeia/

Μήπως το έχουμε παρακάνει με την ψυχοθεραπεία;
 
Φόρτωση Text-to-Speech...

Το 2012 ο ψυχοθεραπευτής Τζόναθαν Άλπερτ έριξε μια βόμβα στους κύκλους των 
συναδέλφων του. Δημοσίευσε στους New York Times ένα άρθρο με τίτλο «In Therapy 
Forever? Enough Already» («Σε θεραπεία για πάντα; Φτάνει πια»), θέτοντας ένα 
προκλητικό ερώτημα: Γιατί τόσοι άνθρωποι παραμένουν σε θεραπεία επί χρόνια 
χωρίς να βλέπουν ουσιαστική αλλαγή; Ο Άλπερτ υποστήριξε ότι η παραδοσιακή 
ψυχοθεραπεία οδηγεί συχνά σε μια ανθυγιεινή σχέση αμοιβαίας εξάρτησης: ο 
θεραπευτής εξαρτάται οικονομικά από τον ασθενή και ο ασθενής συναισθηματικά από 
τον θεραπευτή. Υπάρχει, έγραφε, τεράστια διαφορά ανάμεσα στο να «αισθάνεται 
κανείς καλά» φεύγοντας από μια συνεδρία και στο να αλλάζει πραγματικά τη ζωή 
του. Και προκαλούσε τους συναδέλφους του να αναρωτηθούν: Αν οι πελάτες τους δεν 
παρουσιάζουν ουσιαστική βελτίωση, γιατί συνεχίζουν να τους κρατούν σε 
ατελείωτες συνεδρίες;

Το άρθρο προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Ο Άλπερτ κατακλύστηκε από εχθρικά 
μηνύματα, ενώ κάποιοι ζήτησαν ακόμη και την αφαίρεση της επαγγελματικής του 
άδειας. Η παρέμβασή του, όμως, είχε αγγίξει μια ευαίσθητη χορδή. Έλαβε 
εκατοντάδες μηνύματα από ανθρώπους που ένιωθαν ότι είχαν ξοδέψει περιουσίες σε 
χρόνια θεραπείας χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Έναν χρόνο αργότερα, μια 
συνάδελφός του, που είχε σταματήσει να του μιλάει, του αποκάλυψε τον λόγο: 
ασθενείς της εμφανίζονταν στις συνεδρίες κραδαίνοντας το άρθρο του και ζητώντας 
να μάθουν γιατί δεν έβλεπαν κάποια πρόοδο στη ζωή τους.

Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, ο Άλπερτ επιστρέφει με το βιβλίο Therapy Nation 
περιγράφοντας «πώς η Αμερική εθίστηκε στην ψυχοθεραπεία και γιατί αυτό μας έχει 
κάνει πιο αγχωμένους και διχασμένους», κάτι που, αν κοιτάξουμε γύρω μας, 
καταλαβαίνουμε ότι δεν αφορά μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Άλπερτ, λοιπόν, 
διευρύνει την κριτική του. Υποστηρίζει ότι μια ολόκληρη κουλτούρα ψυχικής 
υγείας που δημιουργήθηκε για να κάνει τους ανθρώπους ισχυρότερους κινδυνεύει, 
κατά τον ίδιο, να τους κάνει περισσότερο εξαρτημένους, εύθραυστους και 
απρόθυμους να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της ζωής. Μήπως η θεραπεία, που 
υποτίθεται ότι μας βοηθά να γίνουμε καλύτερα, μας κάνει τελικά χειρότερα; Αυτή 
είναι η προκλητική θέση που ανέπτυξε μιλώντας αποκλειστικά στο «Κ» ο Αμερικανός 
ψυχοθεραπευτής.


Αναφέρετε ότι, ενώ έχουν διπλασιαστεί οι άνθρωποι που βρίσκονται σε θεραπεία, 
τα ποσοστά κατάθλιψης στις ΗΠΑ έχουν αυξηθεί κατά 29%. Υποστηρίζετε, ωστόσο, 
ότι υπάρχει και σχέση αιτιότητας; Όσο περισσότερο μπαίνει ο κόσμος σε θεραπεία, 
τόσο πιο άρρωστη γίνεται η χώρα;

Όχι. Δεν υποστηρίζω ότι η θεραπεία προκάλεσε την κρίση ψυχικής υγείας στην 
Αμερική ή ότι όποιος κάνει θεραπεία χειροτερεύει. Η συσχέτιση από μόνη της δεν 
αποδεικνύει αιτιότητα. Υπάρχουν πολλές δυνάμεις που οδηγούν στην αύξηση του 
άγχους και της κατάθλιψης, συμπεριλαμβανομένων της μοναξιάς, των μέσων 
κοινωνικής δικτύωσης, της πολιτικής πόλωσης, της διάλυσης της οικογένειας και 
της οικονομικής αβεβαιότητας. Αλλά επίσης δεν πιστεύω ότι η θεραπεία θα πρέπει 
να εξαιρείται από τον έλεγχο απλώς και μόνο επειδή υπάρχουν άλλοι παράγοντες. 
Εάν η θεραπεία έχει γίνει πιο διαδεδομένη από ποτέ, και όμως βλέπουμε 
επίπεδα-ρεκόρ συναισθηματικής δυσφορίας, είναι λογικό να αναρωτηθούμε μήπως 
ορισμένες όψεις του επαγγέλματος συμβάλλουν στο πρόβλημα. Ο προβληματισμός μου 
είναι ότι ένα μεγάλο μέρος της θεραπείας μετατοπίστηκε από το να βοηθά τους 
ανθρώπους να ξεπεράσουν τις δυσκολίες, στο να τους βοηθά να τις αναλύουν 
ατελείωτα. Όταν οι άνθρωποι περνούν χρόνια επανεξετάζοντας τον ίδιο πόνο, 
ταυτιζόμενοι με διαγνώσεις ή περιμένοντας να νιώσουν εντελώς «θεραπευμένοι» 
πριν αρχίσουν να ζουν τη ζωή τους, η θεραπεία μπορεί να γίνει μέρος του 
προβλήματος αντί της λύσης.

Μήπως γενικεύουμε επικίνδυνα μιλώντας για «θεραπεία», την ώρα που υπάρχουν τόσο 
πολλές προσεγγίσεις;

Αυτή είναι μια δίκαιη ερώτηση και είναι κάτι που πρόβλεψα όταν έγραφα το 
βιβλίο. Η θεραπεία δεν είναι ένα ενιαίο πράγμα. Η γνωσιακή συμπεριφορική 
θεραπεία είναι πολύ διαφορετική από την ψυχανάλυση. Ένας επιδέξιος θεραπευτής 
είναι πολύ διαφορετικός από έναν ανίκανο. Σίγουρα δεν πιστεύω ότι όλη η 
θεραπεία είναι κακή. Ασκώ την ψυχοθεραπεία για 20 χρόνια επειδή έχω δει πόσο 
μπορεί να μεταμορφώσει τη ζωή. Αυτό που επικρίνω είναι μια ευρύτερη κουλτούρα 
που έχει εξαπλωθεί σε μεγάλο μέρος του επαγγέλματος. Είτε πρόκειται για ιδιώτες 
θεραπευτές είτε για όσα διακινούνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στα 
βιβλία αυτοβοήθειας, συχνά βλέπουμε τα ίδια μηνύματα: τα συναισθήματά σας δεν 
πρέπει ποτέ να αμφισβητούνται, η δυσφορία σας είναι απόδειξη τραύματος, η 
ταυτότητά σας είναι ριζωμένη στις πληγές σας και όποιος σας προκαλεί μπορεί να 
είναι «τοξικός». Αυτές οι ιδέες διατρέχουν διαφορετικές σχολές θεραπείας και 
πιστεύω ότι είχαν βαθιά επίδραση στην κουλτούρα, όχι μόνο στην ίδια την 
ψυχοθεραπεία.

Υποστηρίζετε ότι οι θεραπευτές κρατούν τους ανθρώπους δέσμιους και 
εξαρτημένους, χωρίς να τους δίνουν διεξόδους. Πώς δημιουργήθηκε αυτή η 
κουλτούρα; Είναι και οικονομικό το ζήτημα;

Τα οικονομικά παίζουν κάποιο ρόλο, αλλά δεν πιστεύω ότι είναι ο κύριος λόγος. 
Οι περισσότεροι θεραπευτές θέλουν ειλικρινά να βοηθήσουν τους ανθρώπους. Δεν 
πιστεύω ότι ξυπνούν με την πρόθεση να δημιουργήσουν εξάρτηση. Το μεγαλύτερο 
πρόβλημα είναι ότι το επάγγελμα έχασε σταδιακά την αίσθηση του τι σημαίνει 
επιτυχία. Παλιότερα, η θεραπεία επικεντρωνόταν στο να βοηθά τους ανθρώπους να 
επιστρέψουν στην εργασία τους, να ενισχύσουν τις σχέσεις τους, να λύσουν 
προβλήματα και, τελικά, να μη χρειάζονται πλέον θεραπεία. Κάπου στην πορεία, 
πολλοί θεραπευτές ένιωσαν πιο άνετα να εξερευνούν συναισθήματα παρά να αλλάζουν 
συμπεριφορές. Εάν δεν υπάρχουν σαφείς στόχοι, εάν δεν υπάρχει κάποια προσδοκία 
προόδου και συζήτηση για την τελική ολοκλήρωση της θεραπείας, μπορεί εύκολα να 
παραταθεί από μήνες σε χρόνια. Σε αυτό συμβάλλουν και οι ασθενείς. Η θεραπεία 
προσφέρει κατανόηση, καθησυχασμό και ανακούφιση. Συχνά είναι ευκολότερο να 
περάσεις άλλον ένα χρόνο μιλώντας για μια κακή σχέση παρά να αποφασίσεις εάν θα 
αποχωρήσεις από αυτήν. Έτσι αναπτύσσεται η εξάρτηση. Όχι επειδή το σχεδίασε 
κάποιος, αλλά επειδή τόσο ο θεραπευτής όσο και ο ασθενής μπορούν να βολευτούν 
σε μια διαδικασία που φαίνεται παραγωγική χωρίς να παράγει ουσιαστική αλλαγή.

Είναι μια συνειδητή παγίδευση αυτή ή μια ακούσια επίπτωση του τρόπου που 
λειτουργούν σήμερα ο κόσμος και η επιστήμη;

Το βλέπω περισσότερο ως ακούσια συνέπεια παρά ως συνωμοσία. Είναι ένα σύστημα 
που επιβραβεύει την ατέρμονη εξερεύνηση χωρίς να απαιτεί απτά αποτελέσματα. 
Έχουμε επίσης δει μια πολιτισμική μετατόπιση τα τελευταία είκοσι χρόνια. Η 
συναισθηματική δυσφορία έχει ιατρικοποιηθεί. Οι συνηθισμένες αναποδιές 
περιγράφονται όλο και περισσότερο ως τραύμα. Οι συγκρούσεις χαρακτήρων 
βαφτίζονται κακοποίηση. Το άγχος γίνεται διαταραχή. Ο πήχης για το τι θεωρείται 
ψυχολογική βλάβη κατεβαίνει συνεχώς. Οι θεραπευτές δεν δημιούργησαν μόνοι τους 
αυτή την κουλτούρα, αλλά πολλοί την έχουν ενισχύσει. 
Η ειρωνεία είναι ότι, προσπαθώντας τόσο πολύ να προστατεύσουμε τους ανθρώπους 
από τη δυσφορία, μπορεί να τους κάνουμε λιγότερο ικανούς στο να τη 
διαχειριστούν.

Μπορείτε να μας δώσετε παραδείγματα από τη δική σας επαγγελματική εμπειρία με 
ασθενείς που βρέθηκαν παγιδευμένοι;

Λόγω απορρήτου, δεν θα περιγράψω μεμονωμένους ασθενείς. Ένα παράδειγμα είναι 
κάποιος που πέρασε χρόνια μιλώντας για μια δυστυχισμένη σχέση. Κατανοούσε την 
προσωπικότητα του συντρόφου του από την καλή και από την ανάποδη, αλλά κανείς 
δεν τον πίεσε ποτέ να απαντήσει στο κεντρικό ερώτημα: Μένεις ή φεύγεις; Έγινε 
ειδικός στη σχέση, χωρίς όμως να την αλλάξει. Έχω δουλέψει επίσης με ασθενείς 
που πίστευαν ότι έπρεπε να θεραπευτούν εντελώς πριν κάνουν το επόμενο βήμα. 
Ανέβαλλαν τις γνωριμίες, την αλλαγή καριέρας ή τις δύσκολες συζητήσεις, επειδή 
περίμεναν να νιώσουν έτοιμοι. Μπέρδευαν την προετοιμασία με την πρόοδο. Το 
κοινό στοιχείο είναι ότι η θεραπεία τούς έδωσε ενόραση, αλλά όχι ώθηση. Η 
ενόραση είναι πολύτιμη, όμως δεν είναι αρκετή αν δεν οδηγεί ποτέ σε δράση.


Για να κάνω τον δικηγόρο του διαβόλου, τελικά μήπως αυτό χρειάζονται οι 
άνθρωποι; Μήπως τα οφέλη της θεραπείας δεν μπορούν να αποτυπωθούν στις 
στατιστικές;

Αυτό είναι ασφαλώς πιθανό. Δεν μπορούν να μετρηθούν όλα όσα έχουν σημασία. Η 
θεραπεία μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να νιώσουν ότι τους καταλαβαίνουν, 
να δουν τα προβλήματά τους από διαφορετική γωνία ή να αναγνωρίσουν ανθυγιεινά 
πρότυπα. Αυτά είναι πραγματικά οφέλη. Υπάρχουν επίσης άνθρωποι με σοβαρή 
κατάθλιψη, μετατραυματικό στρες, διπολική διαταραχή ή άλλες σοβαρές 
καταστάσεις, που ενδέχεται να ωφεληθούν από τη μακροχρόνια θεραπεία. Το βιβλίο 
μου δεν επιχειρηματολογεί εναντίον αυτού. Το ερώτημα είναι εάν η θεραπεία βοηθά 
κάποιον να βελτιώσει τη ζωή του. Η καλή θεραπεία θα πρέπει σταδιακά να καθιστά 
τον εαυτό της λιγότερο απαραίτητο.

Όταν σπάσεις το πόδι σου, χρειάζεσαι γύψο και πατερίτσες. Είναι το ίδιο πράγμα 
τα ψυχολογικά προβλήματα; Πότε πρέπει να βγαίνουν οι πατερίτσες, πότε είναι 
έτοιμος κάποιος να περπατήσει μόνος του;

Πιστεύω ότι είναι μια χρήσιμη μεταφορά. Όταν σπάει το πόδι σου, ο στόχος δεν 
είναι να γίνεις φοβερός στη χρήση πατερίτσας. Ο στόχος είναι να σταματήσεις να 
τις χρειάζεσαι. Η θεραπεία θα πρέπει συχνά να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο. 
Κατά τη διάρκεια μιας κρίσης, οι άνθρωποι μπορεί να χρειάζονται καθοδήγηση, 
δομή και υποστήριξη. Καθώς όμως δυναμώνουν, ο θεραπευτής θα πρέπει σταδιακά να 
κάνει πίσω και να τους ενθαρρύνει να βασίζονται στη δική τους κρίση. Η θεραπεία 
πρέπει να χτίζει αυτοπεποίθηση, όχι εξάρτηση. Το μέτρο της επιτυχίας δεν είναι 
πόσο καιρό παραμένει κάποιος στη θεραπεία. Είναι πόσο καλά λειτουργεί όταν 
φεύγει από αυτήν.

Μιλάτε για ένα έθνος «συναισθηματικά ελαφρών βαρών», που δεν αντέχει την 
παραμικρή δυσκολία. Η κουλτούρα της αποφυγής και η χρήση φαρμάκων για την 
αντιμετώπιση καθημερινών ενοχλήσεων αποδυναμώνουν τον ψυχισμό μας, λέτε. Με 
ποια συγκεκριμένα βήματα χτίζεται η ανθεκτικότητα;

Η ανθεκτικότητα δεν χτίζεται μιλώντας για τις δυσκολίες. Χτίζεται περνώντας 
μέσα από τις δυσκολίες. Το πρώτο βήμα είναι να μάθουμε να διαχωρίζουμε τη 
δυσφορία από τον κίνδυνο. Το να νιώθεις άγχος πριν από μια ομιλία ή 
συντετριμμένος ύστερα από έναν χωρισμό δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι κάτι δεν 
πάει καλά. Το δεύτερο βήμα είναι να κάνεις αυτό που αποφεύγεις. Η αυτοπεποίθηση 
δεν έρχεται πρώτη. Η δράση έρχεται πρώτη. Κάποιος που φοβάται την απόρριψη 
γίνεται πιο ανθεκτικός διακινδυνεύοντας την απόρριψη. Κάποιος που φοβάται τη 
σύγκρουση γίνεται πιο δυνατός κάνοντας δύσκολες συζητήσεις αντί να τις 
αποφεύγει. Οι άνθρωποι πρέπει επιπλέον να γίνουν λιγότερο εξαρτημένοι από την 
επικύρωση. Όσο περισσότερο βασιζόμαστε σε κάποιον άλλο για να μας ηρεμήσει ή να 
μας πει ότι όλα θα πάνε καλά, τόσο λιγότερη εμπιστοσύνη αναπτύσσουμε στη δική 
μας ικανότητα να αντεπεξέλθουμε. Τέλος, η ανθεκτικότητα προέρχεται από την 
ανάληψη ευθύνης για τις πτυχές της ζωής που μπορούμε να ελέγξουμε. Δεν 
ελέγχουμε όλα όσα μας συμβαίνουν, αλλά σχεδόν πάντα ελέγχουμε την αντίδρασή 
μας. Εκεί βρίσκεται η πραγματική αυτοπεποίθηση.

Αφιερώνετε ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου σας στη «γλώσσα της θεραπείας» και πώς 
όροι όπως «τοξικός», «ναρκισσιστής» και «όρια» χρησιμοποιούνται πλέον στις 
καθημερινές σχέσεις. Πιστεύετε ότι η εκλαΐκευση της ψυχολογίας έχει μειώσει την 
ενσυναίσθησή μας;

Η γλώσσα της ψυχολογίας έχει γίνει μέρος της καθημερινής συζήτησης, αλλά αυτό 
δεν μας έχει κάνει απαραιτήτως σοφότερους για την ψυχολογία. Είναι πολύ 
ευκολότερο να αποκαλέσεις κάποιον ναρκισσιστή παρά να αποδεχθείς ότι οι 
άνθρωποι είναι περίπλοκοι. Είναι ευκολότερο να αποκαλέσεις μια σχέση τοξική 
παρά να παραδεχτείς ότι και τα δύο άτομα μπορεί να συνέβαλαν στη σύγκρουση. Οι 
ταμπέλες συχνά κλείνουν τη συζήτηση αντί να την ανοίγουν. Αυτοί οι όροι έχουν 
επίσημη κλινική σημασία, αλλά έχουν ξεφύγει από το γραφείο του θεραπευτή και 
έχουν εισέλθει στην ποπ κουλτούρα, όπου συχνά χρησιμοποιούνται ως ηθικές 
κρίσεις παρά ως κλινικές περιγραφές. Η πραγματική ενσυναίσθηση απαιτεί 
περιέργεια και μας ωθεί να αναρωτηθούμε: «Γιατί αυτός ο άνθρωπος συμπεριφέρεται 
έτσι;». Η γλώσσα της θεραπείας συχνά παραλείπει αυτή την ερώτηση και καταφεύγει 
απευθείας σε μια ταμπέλα. Μόλις βάλουμε μια ταμπέλα σε κάποιον, δεν νιώθουμε 
πλέον την υποχρέωση να τον καταλάβουμε.

Γράφετε ότι η πολιτική πόλωση έγινε μέρος της ταυτότητας των Αμερικανών και πως 
οι θεραπευτές συχνά τροφοδοτούν αυτόν τον διχασμό. Αντί να βοηθούν στην 
κατανόηση της αντίθετης άποψης, ενθαρρύνουν τους ασθενείς να διακόπτουν τις 
σχέσεις με συγγενείς που έχουν διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις. Αυτό είναι 
μια πολύ σοβαρή και μάλλον ασυνήθιστη καταγγελία.

Είναι μια σοβαρή κατηγορία και δεν τη διατυπώνω ελαφρά τη καρδία. Οι θεραπευτές 
δικαιούνται να έχουν τις δικές τους πολιτικές πεποιθήσεις, αλλά δεν θα πρέπει 
να επιβεβαιώνουν άκριτα τις πολιτικές πεποιθήσεις των ασθενών τους. Η ευθύνη 
τους είναι να βοηθούν τους ασθενείς να σκέφτονται πιο καθαρά, όχι απλώς να 
επιβεβαιώνουν όσα ήδη πιστεύουν. Έχω δει πολιτικές διαφωνίες, που θα μπορούσαν 
να είχαν αντιμετωπιστεί με καλύτερη επικοινωνία, να καταλήγουν σε μόνιμη 
αποξένωση. Αντί να βοηθούν τους ασθενείς να ανέχονται τη διαφωνία, ορισμένοι 
θεραπευτές ενισχύουν ακουσίως την ιδέα ότι οι άνθρωποι που σκέφτονται 
διαφορετικά αποτελούν ψυχολογική απειλή. Φυσικά, υπάρχουν καταστάσεις που 
περιλαμβάνουν πραγματική κακοποίηση, οπότε η διακοπή της επαφής είναι 
αναπόφευκτη. Αλλά η πολιτική διαφωνία από μόνη της δεν θα έπρεπε να είναι 
αρκετός λόγος για να καταστραφεί μια οικογένεια.

Η καλή θεραπεία, λέτε, μοιάζει περισσότερο με την προπόνηση (coaching), όπου 
τίθενται σαφείς στόχοι και υπάρχει ημερομηνία ολοκλήρωσης. Το coaching δέχεται 
μεγάλη κριτική ως ρηχή μορφή βοήθειας. Από την άλλη, η ψυχανάλυση δεν 
συμμερίζεται καθόλου την άποψή σας.

Δεν λέω ότι η θεραπεία και το coaching είναι το ίδιο πράγμα. Η θεραπεία συχνά 
ασχολείται με την κατάθλιψη, το τραύμα, το άγχος και άλλες καταστάσεις που 
απαιτούν κλινική εκπαίδευση. 

Η σύγκριση αφορά τον τρόπο προσέγγισης. Οι καλοί coaches ξεκινούν ρωτώντας: «Τι 
προσπαθείτε να πετύχετε;». Η θεραπεία θα έπρεπε να θέτει την ίδια ερώτηση. Οι 
ασθενείς αξίζουν να γνωρίζουν τι σημαίνει επιτυχία και πώς θα ξέρουν ότι 
σημειώνουν πρόοδο. Η ψυχανάλυση έχει συνεισφέρει πολύ στην ψυχολογία, ειδικά 
βοηθώντας μας να κατανοήσουμε ασυνείδητα κίνητρα και εμπειρίες της παιδικής 
ηλικίας. Ένα άτομο, όμως, μπορεί να περάσει χρόνια κατανοώντας γιατί 
συμπεριφέρεται με συγκεκριμένο τρόπο και παρ’ όλα αυτά να συνεχίσει να 
συμπεριφέρεται έτσι.

«Η δύναμη πηγάζει από την αντιμετώπιση των δυσκολιών και όχι από την αέναη 
ανάλυση του πόνου»: Νομίζω ότι αυτή η φράση συμπυκνώνει το νόημα της θέσης σας. 
Φαίνεται όμως ότι η κατά μέτωπο αντιμετώπιση των δυσκολιών είναι πιο δύσκολη. 
Θα μας δώσετε ένα παράδειγμα ασθενούς που προχώρησε στη ζωή του 
αντιμετωπίζοντας, ας πούμε, την οριακή διαταραχή προσωπικότητας που είχε;

Πιστεύω πράγματι ότι αυτή η πρόταση αποτυπώνει την κεντρική ιδέα του βιβλίου. Η 
ανάπτυξη σχεδόν πάντα απαιτεί να κάνεις κάτι άβολο. Σαφώς θέλουμε ανακούφιση 
πρώτα και αλλαγή αργότερα, όμως σε πολλές περιπτώσεις συμβαίνει το αντίθετο. 
Αλλάζουμε πρώτα και η ανακούφιση ακολουθεί. Η οριακή διαταραχή προσωπικότητας 
είναι μια σοβαρή κατάσταση, οπότε δεν θα ήθελα να την απλοποιήσω υπερβολικά. 
Μπορώ όμως να περιγράψω μια σύνθετη περίπτωση. Ένας ασθενής ζούσε με διαρκή 
φόβο εγκατάλειψης. Εάν ένας ερωτικός σύντροφος δεν απαντούσε γρήγορα σε ένα 
γραπτό μήνυμα, ο ασθενής υπέθετε ότι η σχέση τελείωνε. Αυτός ο φόβος οδηγούσε 
σε θυμωμένα μηνύματα, κατηγορίες και παρορμητικές αποφάσεις, που στην 
πραγματικότητα απωθούσαν τους ανθρώπους. Η μεταστροφή δεν ήρθε από την ατέρμονη 
αναζήτηση της προέλευσης αυτού του φόβου. Αυτό ήταν χρήσιμο, αλλά μόνο μέχρι 
ενός σημείου. Η πρόοδος ήρθε όταν ο ασθενής έμαθε να αντέχει το άγχος χωρίς να 
αντιδρά με βάση αυτό. Έμαθε να κάνει μια παύση, να αμφισβητεί τις υποθέσεις που 
έκανε και να αποδέχεται ότι τα έντονα συναισθήματα δεν αντανακλούν πάντα με 
ακρίβεια την πραγματικότητα. Ο φόβος δεν εξαφανίστηκε από τη μια μέρα στην 
άλλη. Αλλά μόλις σταμάτησε να αντιμετωπίζει κάθε συναίσθημα σαν κατάσταση 
εκτάκτου ανάγκης, οι σχέσεις του έγιναν πιο ήρεμες και πολύ πιο σταθερές.

Έχετε δεχτεί σφοδρή κριτική από συναδέλφους σας. Πόσο αισιόδοξος είστε ότι 
μπορούν να πειστούν ότι η κατεύθυνση που έχει πάρει η θεραπεία είναι λανθασμένη;

Είμαι πιο αισιόδοξος από όσο περιμένουν οι περισσότεροι. Είναι πολλοί οι 
θεραπευτές που συμφωνούν με αυτά που γράφω. Βλέπουν ασθενείς να φτάνουν με 
αυτοδιαγνώσεις από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Βλέπουν τη γλώσσα της 
θεραπείας να χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει την οικογενειακή αποξένωση ή 
την αποφυγή ευθύνης. Ανησυχούν για τις ίδιες τάσεις, αλλά διστάζουν να μιλήσουν 
δημοσίως επειδή η κριτική στο επάγγελμα δεν είναι πάντα ευπρόσδεκτη. Κάθε 
επάγγελμα ωφελείται από την ειλικρινή αυτοεξέταση.

Έχετε εικόνα για το τι συμβαίνει στην Ευρώπη ή, πιο συγκεκριμένα, για την 
Ελλάδα; Τι θα μας συμβουλεύατε να κάνουμε για να μην πάθουμε όσα περιγράφετε;

Θα ήμουν προσεκτικός στο να κάνω άμεσες συγκρίσεις επειδή δεν ασκώ το επάγγελμα 
στην Ελλάδα και δεν γνωρίζω την κουλτούρα τόσο καλά όσο κάποιος που ζει εκεί. Η 
συμβουλή μου θα ήταν να κρατηθείτε από τα δυνατά σημεία που έχετε. Οι ισχυρές 
οικογένειες, οι στενές φιλίες, η κοινότητα, η προσωπική ευθύνη και η προθυμία 
να αποδεχτείτε ότι η ζωή περιλαμβάνει δυσκολίες αποτελούν ισχυρούς 
προστατευτικούς παράγοντες απέναντι στην ψυχολογική δυσφορία. Φυσικά, οι 
άνθρωποι με σοβαρές ψυχικές ασθένειες θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε 
εξαιρετικής ποιότητας φροντίδα. Δεν υποστηρίζω το αντίθετο. Αυτό για το οποίο 
θα ήμουν προσεκτικός είναι η εισαγωγή της αμερικανικής τάσης να βλέπουμε κάθε 
απογοήτευση μέσα από ένα θεραπευτικό πρίσμα. Δεν είναι κακοποιητικός ο κάθε 
δύσκολος γονέας. Δεν απαιτεί αποξένωση κάθε σύγκρουση. Δεν είναι τραύμα η κάθε 
επώδυνη εμπειρία. Η θεραπεία θα πρέπει να παραμείνει ένα σημαντικό εργαλείο, 
αλλά δεν θα πρέπει να γίνει ο πρωταρχικός τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία 
κατανοεί τον εαυτό της. Οι πιο υγιείς πολιτισμοί δεν διδάσκουν στους ανθρώπους 
να αποφεύγουν τη δυσφορία. Διδάσκουν στους ανθρώπους ότι είναι ικανοί να την 
αντιμετωπίσουν. 


ΙΝFO → Το Therapy Nation του Τζόναθαν Άλπερτ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις 
HarperCollins. Μπορείτε να το αναζητήσετε μέσω της προσωπικής του ιστορσελίδας: 
jonathanalpert.com


Κώστας στάλθηκε από το iPhone μου

-- 
Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας  
μπορείτε να το στείλετε την διεύθυνση: 
[email protected]  

Για το αρχείο της λίστας μπορείτε να επισκεφθείτε τον σύνδεσμο:
https://www.mail-archive.com/[email protected]/maillist.html
--- 
Λάβατε αυτό το μήνυμα επειδή έχετε εγγραφεί στην ομάδα orasi των Ομάδων Google.

Για να απεγγραφείτε απ' αυτή την ομάδα και να σταματήσετε να λαμβάνετε μηνύματα 
ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απ' αυτή, στείλτε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού 
ταχυδρομείου στη διεύθυνση [email protected].
Για να δείτε αυτή τη συζήτηση, επισκεφτείτε το 
https://groups.google.com/d/msgid/orasi/D5FA0EA7-91DC-4778-8F54-26CDEF58CE07%40icloud.com.

Reply via email to