Η εκπαιδευτική διαδικασία και η επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών
στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα (1ο μέρος)
Διπλωματική εργασία τής Άννας Θεοδωρή τού έτους 2013, με θέμα: «Η
εκπαιδευτική διαδικασία και η επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών στην
Ελλάδα κατά
τον 20ό αιώνα»: Περιεχόμενα, Πρόλογος, Εισαγωγή και Κεφάλαιο πρώτο.
Πάντειο Πανεπιστήμιο
Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας
Πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών
Κατεύθυνση: Νεότερη και σύγχρονη ιστορία
Διπλωματική εργασία:
Η εκπαιδευτική διαδικασία
και η επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών στην Ελλάδα
κατά τον 20ό αιώνα
Σύμβουλος σπουδών: Θανάσης Καλαφάτης
Μεταπτυχιακή φοιτήτρια: Άννα Θεοδωρή
ΑΘΗΝΑ 2013
--------------------------------------------------------------------------------
Περιεχόμενα
Πρόλογος
Εισαγωγή
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Παθήσεις της όρασης- κοινωνικές αντιλήψεις και προκαταλήψεις
1.1 Οι κοινές παθήσεις της όρασης
1.2 Οι κοινωνικές αντιλήψεις για τους τυφλούς, μια σύντομη ιστορική αναδρομή
1.3 Οι κοινωνικές προκαταλήψεις και η επίδραση στην ψυχολογία των Τυφλών
1.4 Οι απαρχές της εκπαίδευσης στην Ευρώπη και οι πρώτες προσπάθειες που
σημειώθηκαν στην Ελλάδα
ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Φορείς της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής αποκατάστασης των τυφλών
στην Ελλάδα. Ιδιωτικές και δημόσιες παρεμβάσεις
2.1 «Οίκος Τυφλών»
2.2 «Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών»
2.3 «Φάρος Τυφλών της Ελλάδος»
2.4 Ίδρυμα Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδος «Ο Ήλιος»
2.5 «Σύνδεσμος Ελλήνων Τυφλών Μουσικών Επαγγελματιών»
ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Το αναπηρικό κίνημα στην Ελλάδα
3.1 Οι πρώτες προσπάθειες του αναπηρικού κινήματος
3.2 Οι κινητοποιήσεις των τυφλών και οι συνδικαλιστικές τους οργανώσεις
ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Νομοθεσία
4.1 Νόμοι οικονομικού περιεχομένου
4.2 Νόμοι εκπαιδευτικού περιεχομένου
4.3 Νόμοι προνοιακού περιεχομένου
ΠΕΜΠΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Εκπαίδευση και εργασία
5.1 Ο χώρος του Ιδρύματος και το Προσωπικό
5.2 Εκπαιδευτική διαδικασία και συνθήκες ζωής
5.2.1 Οι τρόφιμοι του Ιδρύματος
5.2.2 Ωρολόγιο Πρόγραμμα Μαθημάτων
5.2.3 Γραφή Braille
5.2.4 Επιδόσεις και τιμητικές διακρίσεις
5.2.5 Παραγωγή χειροτεχνημάτων
5.2.6 Μουσική και επαγγελματική κατάρτιση
5.3 Διατροφή, δωρεές και ιατρική περίθαλψη
5.4 Κυριακές, αργίες, εκδρομές και ψυχαγωγία
5.5 Αλληλογραφία και Αντίλογος
5.6 Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης ή αλλιώς Ίδρυμα Προστασίας Τυφλών Βορείου
Ελλάδος «Ο Ήλιος»
5.7 «Σύλλογος των φίλων των τυφλών»
5.8 Η είσοδος μαθητών των Σχολών τυφλών σε Γυμνάσιο, Λύκειο και Πανεπιστήμιο
5.9 Εγκλεισμός και Ιδρυματοποίηση
5.10 Επαγγελματική εκπαίδευση και εργασία
Επίλογος
Παράρτημα
Συνεντεύξεις
Πηγές- Βιβλιογραφία
--------------------------------------------------------------------------------
Πρόλογος
Στην παρούσα διπλωματική εργασία με θέμα «Η εκπαιδευτική διαδικασία και
η επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα»
σκοπεύουμε
να μελετήσουμε τις όψεις της κοινωνικής και εκπαιδευτικής ιστορίας των
τυφλών ανηλίκων και ενηλίκων, ώστε να γίνει κατανοητός ο τρόπος, οι
μορφές και τα
στάδια εκπαίδευσής τους και έπειτα, το πώς έβγαιναν στην αγορά εργασίας
και ποιά ήταν τα απαραίτητα προσόντα που χρειάζονταν γι αυτήν, από τις
αρχές του
20ού αιώνα. Επιπλέον δευτερεύοντες στόχοι είναι η πορεία της εξοικείωσης
με τα Ιδρύματα που τους φιλοξενούσαν, η διερεύνηση των σχέσεων μεταξύ
όλων των
προσώπων που εργάζονταν ή έμεναν μόνιμα εκεί, καθώς και η αντίληψη των
αποφοίτων για τη θέση τους στην κοινωνία. Η επιλογή του θέματος έγινε
λόγω του ενδιαφέροντός
μου για την ιστορία και την ειδική αγωγή παράλληλα. Ήδη από την
αποφοίτησή μου μέχρι σήμερα ασχολούμαι όσο περισσότερο μπορώ με την
ειδική εκπαίδευση και
συνεργάζομαι με τυφλά και κωφά άτομα. Προσφέρω εθελοντική εργασία ως
ξεναγός στο μουσείο αφής και έχω ενταχθεί στα μέλη της συνοδευτικής
υπηρεσίας που
εντάσσεται στα προγράμματα των υποστηρικτικών υπηρεσιών του τμήματος
κοινωνικής υπηρεσίας του Φάρου Τυφλών Ελλάδος. Μέσα από αυτό έχω
καταφέρει να έρθω
ακόμα πιο κοντά με τους μη βλέποντες, να γνωρίσω τον τρόπο ζωής τους και
τις συνήθειές τους.
Η παρούσα μελέτη μου εστιάζεται ιδιαίτερα στην εκπαιδευτική διαδικασία
και στην επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών που έχουν ιδιαίτερα
φοιτήσει στον
Οίκο Τυφλών Καλλιθέας και συμπληρώνεται με τη συνεξέταση και άλλων
σχετικών φορέων παροχής εκπαίδευσης σε μη βλέποντες. Ο όρος «ίδρυμα» θα
χρησιμοποιηθεί
με την έννοια του χώρου που φιλοξενεί και φροντίζει εσωτερικούς
τροφίμους που χαρακτηρίζονται ως «ανίκανοι» και ταυτόχρονα «ακίνδυνοι»
για την κοινωνία
και ο όρος «ιδρυματοποίηση» για να αναφερθούμε στη διαδικασία
τοποθέτησης ενός ατόμου για εκπαιδευτικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς,
καθώς και στη διαδικασία
προσαρμογής του στους τύπους συμπεριφοράς που χαρακτηρίζουν το ίδρυμα
στο οποίο αυτό ζούσε.
Προκειμένου να επιτευχθούν όλοι οι παραπάνω στόχοι η εργασία
διαρθρώνεται σε πέντε κεφάλαια:
Στο πρώτο κεφάλαιο περιλαμβάνεται:
• Σύντομη περιγραφή της τύφλωσης, που αφορά όλες τις κοινές παθήσεις της
όρασης από ιατρικής σκοπιάς.
• Καταγραφή της ιστορικής πορείας των τυφλών μέσα στα χρόνια και μέσω
μιας ιστορικής διαπραγμάτευσης να μάθουμε πώς τους αντιμετώπιζε η
κοινωνία από την
αρχαιότητα μέχρι τον 20ό αιώνα και τι πρόνοια τους παρεχόταν από την
Πολιτεία.
• Προβολή και ανάλυση των κοινωνικών προκαταλήψεων και της
περιθωριοποίησης, πώς αυτές επηρεάζουν την ψυχολογία του τυφλού ατόμου
από τη στιγμή της γέννησής
του και τι κάνει η Πολιτεία για την αντιμετώπιση του φαινομένου.
• Παράθεση των πρώτων προσπαθειών που σημειώθηκαν στην Ευρώπη για την
εκπαίδευση και την εργασία των τυφλών και πώς αυτές επηρέασαν την
ελληνική κοινωνία
να αντιδράσει ανάλογα.
Στο δεύτερο κεφάλαιο θα παρουσιάσουμε τα πρόσωπα και τους φορείς που
μερίμνησαν για την εκπαιδευτική διαδικασία και την επαγγελματική
αποκατάσταση των
ατόμων με προβλήματα όρασης και θα γίνουν γνωστές οι ιδιωτικές εξ αρχής
παρεμβάσεις και αργότερα οι κρατικές. Θα γίνει λόγος για τον Οίκο
Τυφλών, για τον
Πανελλήνιο Σύνδεσμο Τυφλών, για τον Φάρο Τυφλών Ελλάδος, για το Ίδρυμα
Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδος με το όνομα «Ήλιος», για την Αγροτική
και Τεχνική
Λέσχη Τυφλών στα Σεπόλια, για το Σύνδεσμο Τυφλών Μουσικών και
Επαγγελματιών, για το «Σύλλογο των φίλων των τυφλών» για τη Σχολή του
Αγίου Βαρνάβα στην
Κύπρο και γενικά για τις ιδιωτικές και δημόσιες παρεμβάσεις που βοήθησαν
τους τυφλούς να ανελιχτούν επαγγελματικά στην πορεία της ζωής τους.
Στο τρίτο κεφάλαιο θα αναφερθούμε με λίγα λόγια στις πρώτες προσπάθειες
του αναπηρικού κινήματος στην Ελλάδα, για ισότητα και κοινωνική αποδοχή
και συνάμα
στις συνδικαλιστικές ομαδοποιήσεις των τυφλών με στόχο την απόλυτη
ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία και την εξάλειψη του ρατσισμού και των
διακρίσεων, στο
βαθμό βέβαια που αυτό ήταν εφικτό.
Στο τέταρτο κεφάλαιο θα μελετήσουμε το νομοθετικό πλαίσιο, ώστε να γίνει
σε εμάς φανερός ο τρόπος πρόσληψης των τυφλών σε διάφορες δημόσιες και
ιδιωτικές
υπηρεσίες. Ποιες ήταν οι προϋποθέσεις πρόσληψης και ποια ήταν τα
νομοθετικά και διοικητικά μέτρα που ψηφίστηκαν από τις αρχές του αιώνα
(οικονομικά, εκπαιδευτικά,
επαγγελματικά και προνοιακά).
Στο πέμπτο, και τελευταίο κεφάλαιο, θα επικεντρωθούμε στα μαθήματα που
παρακολουθούσαν στις σχολές και στα εργαστήρια τυφλών και πώς αυτά τους
βοηθούσαν
αργότερα στην εύρεση εργασίας. Κατά τη διάρκεια της μελέτης, μας
δημιουργούνται διάφορα ερωτήματα όπως, τι διατροφή ακολουθούσαν, πώς
ψυχαγωγούνταν, η
συναναστροφή με το Προσωπικό αλλά και με τους υπόλοιπους τροφίμους, ο
αυστηρός προγραμματισμός, η ακολουθία των καθημερινών δραστηριοτήτων και
όλη η σωρεία
απαγορεύσεων και ελέγχου τι αποτελέσματα επέφερε; Κατά τη μακροχρόνια
διαμονή τους στα Ιδρύματα πώς κυλούσε η καθημερινότητά τους και πώς αυτή
τους επηρέαζε
ψυχολογικά; Τι επίδραση ασκούσε ο έξω κόσμος σε αυτούς και τι φραγμοί
τους είχαν τεθεί από τον εν μέρει εκούσιο εγκλεισμό τους; Η ενσωμάτωσή
τους στην
κοινωνία μετά την αποχώρησή τους από κάποια Σχολή ήταν εύκολη υπόθεση ή
απαιτούσε κάποιες προϋποθέσεις; Πώς γινόταν η μετάβαση τους από το
δημοτικό στο
Γυμνάσιο, στο Λύκειο κι έπειτα στο Πανεπιστήμιο; Επιπλέον, συνεχίζοντας,
θα δούμε διεξοδικά τα επαγγέλματα που ακολουθούσαν, όπως αυτό του
τηλεφωνητή,
του ιεροψάλτη και αρκετών ακόμα, με ποιο τρόπο η κάθε σχολή τους
προετοίμαζε, παρέχοντάς τους τις απαραίτητες γνώσεις και πώς εντάσσονταν
κοινωνικά και
οικονομικά, μέσω της κατάλληλης στήριξης και κατάρτισης.
Στην παρούσα μελέτη επιχειρείται η παρουσίαση και η διερεύνηση του
εκπαιδευτικού συστήματος των τυφλών στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα καθώς
και η επαγγελματική
τους αποκατάσταση. Όλες αυτές οι πληροφορίες πηγάζουν από τη χρήση
αρχειακών πηγών, συγκεκριμένα του αρχειακού υλικού της Ειρήνης
Λασκαρίδου σε συνδυασμό
με συνεντεύξεις από μη βλέποντες, οι οποίες έρχονται να συμπληρώσουν και
να ολοκληρώσουν την έρευνά μας.
Για την έρευνά αυτή και για τη συγκέντρωση των σχετικών στοιχείων
χρειάστηκε να απευθυνθώ στις βιβλιοθήκες του Φάρου Τυφλών Ελλάδος, του
Παντείου Πανεπιστημίου,
του τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής Ψυχολογίας του Εθνικού
Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου
Αθηνών και της Εταιρείας
Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας. Ευχαριστώ το προσωπικό των
παραπάνω βιβλιοθηκών για τη βοήθειά του και την κυρία Αθηνά Ζώνιου-
Σιδέρη, καθηγήτρια
του τμήματος Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του
Πανεπιστημίου Αθηνών, για τη δωρεάν διάθεση των βιβλίων της.
Η εργασία μου θα παρέμενε ημιτελής αν δεν χρησιμοποιούσα το αρχειακό
υλικό που εναπόκειται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο. Το
Αρχείο της
Ειρήνης Λασκαρίδου, ειδικότερα, αποδείχτηκε πολύτιμο στην έρευνά μου. Οι
υπεύθυνοι του Ε.Λ.Ι.Α ας δεχθούν, και από τη θέση αυτή, τις ευχαριστίες μου.
Ευχαριστώ, επίσης θερμά το προσωπικό του Οίκου Τυφλών, του Φάρου Τυφλών
Ελλάδος και του Πανελληνίου Συνδέσμου για τη συνεργασία τους ως προς τις
επαφές
που έκαναν με τα μέλη του δείγματος για την ολοκλήρωση της εργασίας.
Περιττεύει η αναφορά σε συγκεκριμένα πρόσωπα, που μου προσέφεραν
αφιλοκερδώς τον προσωπικό
τους χρόνο και μοιράστηκαν μαζί μου στοιχεία και εμπειρίες της
προσωπικής τους ζωής, καθώς ήταν συγκινητική η προσπάθεια και το
ειλικρινές ενδιαφέρον τους,
προκειμένου να γίνει γνωστό το ιστορικό παρελθόν της πορείας των τυφλών
στην Ελλάδα. Παράλληλα εκφράζω τις ευχαριστίες μου στον κύριο Ηλία
Μαριόλα, στον
κύριο Ράλλη Τσιουλάκη και την κυρία Βιβή Τσαβαλιά για το χρόνο που
δαπάνησαν για να με κατευθύνουν και να μου αποσαφηνίσουν λεπτομέρειες,
όσον αφορά τη
δράση και την εξέλιξη της Κοινότητας των Τυφλών μέσα στο χρόνο.
Ξεχωριστές ευχαριστίες οφείλω στον καθηγητή μου κύριο Θανάση Καλαφάτη
για την καθοδήγησή του, τις επιστημονικές τους συμβουλές και τις καίριες
επισημάνσεις
του σε όλα τα στάδια της έρευνάς μου. Η συμβολή του στην ολοκλήρωση της
εργασίας υπήρξε ουσιαστική, καθώς καθ΄ όλη τη διάρκεια σύνταξής της, το
ενδιαφέρον
του ήταν αμείωτο και η υποστήριξη συνεχής.
Η ολοκλήρωση της έγινε δυνατή χάρη στη βοήθεια των γονέων μου. Τους
ευχαριστώ για τη διαρκή ενίσχυσή τους, τη συμπαράσταση και την αγάπη τους.
Τέλος, ευχαριστώ το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Πάντειου
Πανεπιστημίου για τις γνώσεις και εμπειρίες, και την υλικοτεχνική
υποδομή που μου
προσέφερε κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών μου σπουδών.
--------------------------------------------------------------------------------
Εισαγωγή
Η θέση του κάθε ανθρώπου μέσα στην κοινωνία που ζει, προσδιορίζεται και
επηρεάζεται από ορισμένα χαρακτηριστικά που έχουν να κάνουν με το φύλο,
το χρώμα,
την κοινωνική θέση, την οικονομική κατάσταση, την καταγωγή αλλά και την
αρτιμέλεια. Οι κοινωνίες, μέσα από την ιστορική τους εξέλιξη συνειδητά ή
υποσυνείδητα,
καλλιέργησαν και συντήρησαν ορισμένους άγραφους κανόνες που καθόριζαν
τις σχέσεις και τις στάσεις ανθρώπου προς άνθρωπο και κοινωνίας προς
κοινωνία. Οι
αισθητικές νόρμες του τέλειου και αρτιμελούς σώματος, σε συνδυασμό και
με τις θρησκευτικές δοξασίες και προκαταλήψεις, επηρέασαν, στο πέρασμα
των αιώνων,
καταλυτικά τη ζωή των ανθρώπων και διαμόρφωσαν σχέσεις και συμπεριφορές.
Έτσι, κάποια άτομα, που, είτε εκ γενετής, είτε επίκτητα, παρουσιάζουν
κάποια διαφορά
προς το κοινώς αποδεκτό ως «φυσιολογικό», συγκέντρωναν το
υπερπροστατευτικό ενδιαφέρον του περιβάλλοντος ή την απόρριψη.
Συμπεριφορές δηλαδή, που αφαιρούσαν
από το άτομο αυτό, κάθε δυνατότητα δημιουργικής συμμετοχής στο κοινωνικό
γίγνεσθαι της εποχής του. Το άτομο που παρουσίαζε μια διαφορά ήταν έξω
από τις
επικρατούσες παραγωγικές σχέσεις και ταυτίστηκε με την
αντιπαραγωγικότητα και την ανικανότητα.
Είναι γεγονός ότι η μεγαλύτερη ανάγκη του τυφλού ατόμου ήταν και είναι
να ζει με την ειδική ατομική του ιδιαιτερότητα, ισότιμα ως μέλος της
οικογένειας
και της κοινωνίας, ξεπερνώντας τις δυσκολίες και τα προβλήματα, που
οφείλονται κατά μεγάλο μέρος σε κοινωνικούς λόγους. Ο οίκτος των άλλων
υποδαύλιζε και
υποδαυλίζει την υπόνοιά του ότι δεν ανήκει στον κύκλο τους, μιας και
είναι διαφορετικό από τα άλλα άτομα. Επιπλέον, σπάνια του δινόταν η
ευκαιρία να μεταδώσει
στους άλλους τα βιώματα και την εσωτερική του κατάσταση. Τα αισθήματα,
οι αντιλήψεις και γενικά η στάση της οικογένειας, τα οποία αποτελούν και
το βασικότερο
κομμάτι για τη σύσταση της προσωπικότητας του τυφλού ατόμου, από τη
στιγμή της γέννησής του, είναι δυνατόν να αποτελέσουν εμπόδια στην
αντιμετώπιση των
συνεπειών της αναπηρίας ή αντίθετα να προσφέρουν γόνιμο έδαφος για την
κοινωνική του προσαρμογή. Αν η οικογένεια αποδεχτεί τη διαφορετικότητά
του και το
βοηθά να συμμετέχει ενεργά στις εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής, του
ανοίγει το δρόμο για την ομαλή ένταξή του στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η υπό μελέτη χρονική περίοδος γιατί από
τις αρχές του 20ού αιώνα οι τυφλοί προσπαθούσαν να συμμετέχουν ενεργά
όσο αυτό
μπορούσε να γίνει δυνατό, σε όλες τις μορφές ζωής της χώρας.
Ουσιαστικότερα πράγματα κατάφεραν μετά τη δεκαετία του 1930, όπου
καταγράφονται οι πρώτες
τους προσπάθειες, και ιδιαίτερα μετά το 1975, αφού κατόρθωσαν με αγώνες
να διεκδικήσουν αναφαίρετα δικαιώματα στη μόρφωση, στη ζωή, στην
εργασία, παίρνοντας
στα χέρια τους τις τύχες τους και έχοντας σαν πρώτο στόχο τη διεκδίκηση
εκείνων των αιτημάτων που συνέβαλλαν καθοριστικά στη συγκρότηση μιας
σωστής υποδομής
του καθένα από αυτούς, που αποτέλεσαν το απαραίτητο υπόβαθρο για τη
δυναμική τους επιβολή στην κοινωνία.
Η ένταξή τους στην παραγωγική διαδικασία αποτελούσε και αποτελεί τη
βασική προϋπόθεση για την αυτοδύναμη ανάπτυξή τους. Μέσω της
φιλανθρωπίας, του εθελοντισμού
και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας κατάφεραν να κάνουν τα πρώτα τους βήματα
στην εκπαίδευση, αφού μέχρι το 1907 τα τυφλά παιδιά έμεναν κλεισμένα
σπίτι και
δεν καλλιεργούσαν κανένα από τα ταλέντα τους. Από την πρώτη δεκαετία του
αιώνα που θα εξετάσουμε, τέθηκαν οι βάσεις για να λάβουν τη στοιχειώδη
αρχικά
εκπαίδευση και σιγά-σιγά να παρακολουθούν το ίδιο εκπαιδευτικό πρόγραμμα
με τα κανονικά σχολεία και να συμμετέχουν έπειτα στην παραγωγική
διαδικασία. Όλα
τα σχολικά τους μαθήματα ήταν, όπως είναι προφανές, στη γραφή Braille
και μέσω της αφής τους και των υπόλοιπων αισθήσεων τους ζούσαν,
εκπαιδεύονταν και
εργάζονταν προσφέροντας την τέχνη τους και όλη τους την ψυχή σε ό,τι κι
αν έκαναν.
--------------------------------------------------------------------------------
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Παθήσεις της όρασης- κοινωνικές αντιλήψεις και προκαταλήψεις
1.1 Οι κοινές παθήσεις της όρασης
Τα προβλήματα όρασης είναι από τα πιο συνηθισμένα και σοβαρά προβλήματα
των αισθητηρίων οργάνων. Τα περισσότερα από τα προβλήματα αυτά
διορθώνονται με
ιατρικά μέσα. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις, όπου τα προβλήματα όρασης
είναι πολύ σοβαρά και εμποδίζουν την απρόσκοπτη πορεία του ατόμου.
Ως άτομα με μειωμένη όραση ή χωρίς όραση, χαρακτηρίζονται τα άτομα με
διαταραχές ή μειονεξίες στην οπτική λειτουργία, οι οποίες αφορούν την
αντίληψη του
φωτός και την αίσθηση του σχήματος, χρώματος και μεγέθους του οπτικού
ερεθίσματος. Η βαρύτητα των διαταραχών της όρασης κυμαίνεται ανάλογα με
τη μείωση
της οξύτητας από ελαφριάς μορφής ως την πλήρη απώλεια της όρασης. Οι
διαταραχές επίσης, μπορεί να είναι συγγενείς ή επίκτητες και να
οφείλονται τόσο σε
οργανικούς όσο και σε περιβαλλοντικούς παράγοντες.
Λαμβάνοντας υπόψη την Ελληνική Νομοθεσία Νόμος 1904/1-8-1951 (ΦΕΚ Α΄
212): «Περί προστασίας και αποκαταστάσεως των τυφλών» (Άρθρο 1): «Τυφλός
κατά την
έννοιαν του παρόντος νόμου νοείται παν πρόσωπον, το οποίον στερείται
παντελώς της αντιλήψεως του φωτός ή του οποίου η οπτική οξύτητα είναι
μικρότερη του
1/20 της φυσιολογικής τοιαύτης».
Οι ανάγκες, τα προβλήματα και τα ζητούμενα των ατόμων με όραση κάτω του
1/20 είναι σχεδόν ίδια με τα άτομα που έχουν 100% τύφλωση, αφού βλέπουν
τόσο ώστε
να μην είναι τελείως τυφλοί, αλλά δε βλέπουν τόσο, για να είναι
λειτουργικοί βλέποντες. Δηλαδή δεν μπορούν να κάνουν καμία εργασία,
εκτός από αυτές που
κάνουν οι 100% τυφλοί, χρειάζονται την ίδια εκπαιδευτική διαδικασία, η
μετακίνησή τους με δικό τους μέσω είναι απαγορευτική και, αρκετές φορές,
χρειάζονται
συνοδό, σκύλο οδηγό, μπαστούνι κινητικότητας ή έστω μπαστούνι σύμβολο
για να είναι ασφαλείς.
Η 15η Οκτωβρίου έχει καθιερωθεί παγκοσμίως ως η ημέρα εορτασμού του
«Λευκού Μπαστουνιού», με στόχο τη διάδοση της μεγάλης σημασίας της
χρήσης του και την
ευαισθητοποίηση του κοινού στην προσπάθεια των ατόμων με προβλήματα
όρασης για μια πιο ανεξάρτητη διαβίωση, αλλά και για την αντιμετώπιση
των προβλημάτων
που συναντούν στην καθημερινή μετακίνησή τους. Η ιστορία του ξεκινά μετά
τη λήξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου στην Αμερική, όπου αναπτύχθηκε ένα
κίνημα αποκατάστασης
και επανένταξης των ατόμων που τυφλώθηκαν από ατυχήματα κατά τη διάρκεια
του πολέμου. Το κίνημα ξεκίνησε από τον οφθαλμίατρο Richard Hoover, ο
οποίος πρωτοχρησιμοποίησε
ένα μακρύ καλάμι για τη βοήθεια της κίνησης των τυφλών βετεράνων του
πολέμου.
Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς τις στατιστικές που αφορούν τους
αριθμούς των αναπήρων σε παγκόσμια κλίμακα. Διαπιστώνεται ότι το 10% του
πληθυσμού
της γης είναι ανάπηρα άτομα, 35 εκατομμύρια είναι παγκοσμίως τυφλοί και
το 90% των τυφλών παιδιών στις αναπτυσσόμενες χώρες δεν πηγαίνουν
σχολείο. Αντίθετα,
στην Ελλάδα, η οποία συγκαταλέγεται στις ανεπτυγμένες χώρες, σύμφωνα με
το Υπουργείο Υγείας, το 1999 τα τυφλά άτομα ανέρχονται περίπου στα 20.000.
Τα αίτια της τύφλωσης ποικίλλουν και αρκετές φορές δεν είναι εύκολο να
προσδιοριστούν, παρά την εξέλιξη της ιατρικής. Πολλά από αυτά, μάλιστα,
παραμένουν
αδιευκρίνιστα. Έχει παρατηρηθεί όμως, πως αυτά σχετίζονται με το βιοτικό
και υγειονομικό επίπεδο της κάθε χώρας και είναι διαφορετικά στις υπό
ανάπτυξη
χώρες και από αυτά στις ανεπτυγμένες. Επίσης, πρέπει να επισημανθεί πως
άλλοτε είναι κληρονομικά ή προγεννητικά και άλλοτε επίκτητα και
μεταγεννητικά.
Στην κατηγορία των κληρονομικών αιτίων ανήκουν διάφορα οικογενειακά
εκφυλιστικά φαινόμενα, όπως η έλλειψη χρωστικής ουσίας στον χοριοειδή,
στην ίριδα και
στον αμφιβληστροειδή, που οφείλονται σε διαθλαστικές ανωμαλίες και βλάβη
του οπτικού νεύρου. Με τη σειρά τους τα προγεννητικά αίτια αφορούν
προβλήματα
που δημιουργούνται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, προερχόμενα από
μολυσματικές ασθένειες που προσέβαλαν τη μητέρα (ερυθρά, αφροδίσια
νοσήματα, δηλητηριάσεις).
Συνεχίζοντας οφείλουμε να τονίσουμε πως τα επίκτητα αίτια, από τη στιγμή
που θα γεννηθεί ένα παιδί και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του,
αποτελούν τις
πιο σοβαρές αιτίες τύφλωσης. Άλλες αιτίες αποτελούν ο τραυματισμός του
κρανίου, ευλογιά, οστρακιά ή τραυματισμός των οφθαλμών.
Συνηθέστερα αίτια τύφλωσης στις υπό ανάπτυξη χώρες είναι το τράχωμα, το
οποίο οφείλεται σε μολυσματικό ιό, η ξηροφθαλμία, οπότε θολώνει ο
κερατοειδής εξαιτίας
του υποσιτισμού και η ογκοκέρκωσις ή αλλιώς τύφλωση των ποταμών, που
προκαλείται από παρασιτικό οργανισμό. Στις ανεπτυγμένες χώρες τα αίτια
είναι ο καταρράκτης,
το γλαύκωμα, η ηλικιακή εκφύλισις της ωχράς κηλίδος, η αποκόλληση του
αμφιβληστροειδούς, η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, οι κερατίτιδες, οι
διαθλαστικές
ανωμαλίες και τα τραύματα.6 Οι κληρονομικές παθήσεις του αμφιβληστροειδή
αποτελούν ένα εξαιρετικό ετερογενές σύνολο τόσο όσον αφορά στην κλινική
τους εικόνα
όσο και στο γενετικό τους υπόβαθρο. Οι παθήσεις αυτές είναι δυνατόν να
προσβάλλουν τα κύταρα των φωτουποδοχέων, το μελαχρούν επιθήλιο, τη
μεμβράνη του
Brunch, τον χοριοειδή χιτώνα ή ακόμα και το υαλώδες σώμα.7 Σύμφωνα με
την απογραφή της UNESCO το 1971 βρέθηκαν 16.000.000 τυφλοί σε όλο τον
κόσμο. Στην
Ελλάδα υπάρχουν περίπου 18.000-20.000 και είναι κυρίως μεγάλων ηλικιών
και από αυτούς, άνω από τους μισούς, είναι μερικώς βλέποντες αλλά «κατά
νόμον» τυφλοί.
1.2 Οι κοινωνικές αντιλήψεις για τους τυφλούς, μια σύντομη ιστορική αναδρομή
Άτομα με ειδικές ανάγκες, συμπεριλαμβανομένων και των τυφλών, υπήρχαν
από τη στιγμή της εμφάνισης του ανθρώπου ως ατόμου και αργότερα ως
κοινωνία, υπάρχουν
και θα υπάρχουν και στο μέλλον. Η αντιμετώπισή τους, όπως θα δούμε, ήταν
διαφορετική από εποχή σε εποχή. Είχε ανέκαθεν και συνεχίζει να έχει
άμεση σχέση
με τις κυρίαρχες κάθε φορά φιλοσοφικές θεωρίες, επιστημονικές εξελίξεις,
τις οικονομικοκοινωνικές δομές και τις συνακόλουθες αντιλήψεις και
καταστάσεις
της κοινωνίας. Η στάση της απέναντι στα άτομα με ειδικές ανάγκες
κυμάνθηκε μεταξύ ανοιχτής απόρριψης (Προχριστιανική Περίοδος -
Μεσαίωνας) και οίκτου,
φιλανθρωπίας και πρόνοιας (Πρώτη Μεταχριστιανική περίοδος μέχρι το 18ο
μ.Χ. αιώνα).
Ανάμεσα στους πρωτόγονους λαούς το ένστικτο αυτοσυντήρησης ήταν τόσο
δυνατό, ώστε ο υγιής άνθρωπος δεν αισθανόταν καμιά κοινωνική
υπευθυνότητα για τους
ασθενείς. Η απειλή του κινδύνου δεν προερχόταν μόνο απ’ το θάνατο αλλά
κι από την ασθένεια. Συνεπώς, την ασθένεια την απέφευγε ο πρωτόγονος
άνθρωπος και
εκείνον που ασθενούσε τον απομάκρυνε εντελώς από κοντά του. Έτσι, για
την κοινωνία, ο ασθενής ήταν νεκρός πριν ακόμη το φυσικό του θάνατο.
Οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονταν για τους λόγους της ασθένειας κι επομένως
δεν έβλεπαν καμιά αιτία γι αυτήν. Έτσι, στους αρχαίους πρωτόγονους
λαούς, το παιδί
που παρουσίαζε κάποια παραμόρφωση αφηνόταν να πεθάνει και οι
χωλοί/ανάπηροι ενήλικες αποκλείονταν απ’ την υπόλοιπη κοινωνική τους
ομάδα, γιατί θεωρούνταν
άχρηστοι, ανίκανοι για την παραγωγική διαδικασία. Αν και υπάρχουν
ενδείξεις ότι ορισμένες φορές οι πρωτόγονοι λαοί μεταχειρίζονταν καλά τα
παιδιά με συγγενείς
παραμορφωτικές ανωμαλίες, συνήθως, σε πολλές άγριες φυλές απαλλάσσονταν
γρήγορα απ’ αυτά. Στην αρχαία Ινδία π.χ. τα παραμορφωμένα και ανάπηρα
παιδιά τα
πετούσαν στον ποταμό Γάγγη. Περνώντας σε πιο αναπτυγμένους πρωτόγονους
πολιτισμούς, παρατηρούνται τάσεις για αναζήτηση της αιτίας της
ασθένειας. Θεωρούσαν
τον άρρωστο άνθρωπο ένα ιδιαίτερο ανθρώπινο ον, που η κατάστασή του
οφειλόταν σε κάποια ειδική αιτία. Ίσως να αποτελούσε θύμα κάποιας
οργισμένης θεότητας,
που του έκανε μάγια, ή κάποιου εχθρού, που τον καταράστηκε. Θεωρούσαν
δηλαδή, το αίτιο της αρρώστιας μαγικοθρησκευτικό. Για την αποκατάσταση
της υγείας
του αρρώστου έπρεπε να γίνουν ορισμένες τελετουργίες και προδιαγραμμένες
πράξεις για να παρακινήσουν την ευμένεια του ανθρώπου ή μη ανθρώπου
μάγου. Ο μάγος-γιατρός
ήταν ο γιατρός-θεραπευτής και ιερέας, που καθόριζε και εκτελούσε τις
τελετουργίες. Σημιτικοί λαοί, όπως Βαβυλώνιοι, Ασσύριοι, Χαλδαίοι (που
αναπτύχτηκαν
στην περιοχή των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη κατά τη περίοδο από τον 20ό
ώς τον 6ο π.Χ. αιώνα) θεωρούν τον άρρωστο αμαρτωλό κι όχι αθώο θύμα, ο
οποίος αξίζει
αυτά που υποφέρει εξ αιτίας της κακίας του.
Σύμφωνα με τη θρησκεία του Σιντοϊσμού, όλοι οι Ιάπωνες είναι απόγονοι
της αυτοκρατορικής οικογένειας. Γι’ αυτό είχαν την τάση να αρνούνται να
έρχονται
σε γάμο με «ατελή» και ξένα πρόσωπα και ένιωθαν ντροπή να έχουν ανάπηρο
άτομο στην οικογένειά τους. Όμως στην Ιαπωνική Λαϊκή θρησκεία, άτομα με
εγκεφαλική
παράλυση, σπαστικά και άλλα ανάπηρα άτομα, έχουν θεωρηθεί σαν
θεοί-γούρι, φορείς καλής τύχης ή σαν ψυχικά μέντιουμ. Ο Βουδισμός,
θρησκεία που στην Ιαπωνία
ήλθε κατά τον 6ο π.Χ. αιώνα, δίδασκε ότι όλα τα είδη αναπηριών
συνδέονται με τις αμαρτίες του ίδιου του ανάπηρου ατόμου ή των προγόνων
του. Γι΄ αυτό τα
ανάπηρα άτομα θεωρούνταν σαν αμαρτωλά και επαίσχυντα πρόσωπα.
Σύμφωνα και με τη θεωρία της μετεμψύχωσης, που συνδέεται με τη
Βουδιστική διδασκαλία, αν έκανες καλές πράξεις μπορούσες να είσαι υγιής
στην επόμενη γέννησή
σου και ζωή σου. Οι οπαδοί του Βουδισμού έκαναν ελεημοσύνη στα ανάπηρα
άτομα για να γίνουν μια καινούργια, καλύτερη ύπαρξη στην επόμενη ζωή. Η
συγκεκριμένη
άποψη είχε ως αποτέλεσμα την αναγκαστική θεώρηση των ανάπηρων ατόμων σαν
αντικειμένων ελεημοσύνης, πράγμα που δημιούργησε μια εικόνα αθλιότητας,
δυστυχίας,
οίκτου, αμαρτίας για τα πρόσωπά τους.
«Ο πολιτισμός μιας κοινωνίας φαίνεται από το ενδιαφέρον του προς τη
νεολαία και τον ανάπηρο», σύμφωνα με ένα γνωμικό του Ευρωπαϊκού
πολιτισμού. Αν ρίξουμε
μια ματιά στην αρχαία Ελλάδα θα δούμε πως τα πράγματα είναι διφορούμενα
με ορισμένους να εξυμνούν την τυφλότητα και κάθε άλλη μορφή αναπηρίας
και άλλους
να τη χλευάζουν και να την απορρίπτουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα
ειρωνείας και κοροϊδίας προέρχεται από τη δική μας αρχαία ιστορία. Τον
7ο αιώνα περίπου
π. Χ., κατά τους Μεσσηνιακούς πολέμους, όταν η Σπάρτη πολεμούσε για να
υποτάξει τους γείτονές της Μεσσηνίους, σε κάποιες δύσκολες ημέρες γι’
αυτήν, άνθρωποί
της προσέφυγαν στο Μαντείο των Δελφών προκειμένου να μάθουν τι μέλλει
γενέσθαι ώστε να νικήσουν τους αντιπάλους τους. Ο χρησμός έλεγε, λοιπόν,
ότι μόνο
με Αθηναίο στρατηγό θα κερδίσουν. Οι Αθηναίοι για να τους εμπαίξουν,
έστειλαν έναν χωλό, τον Τυρταίο, τον κουτσό στρατηγό και ποιητή. Έχοντας
παρόμοιες
αντιλήψεις και ο Λυκούργος, θέσπισε στη Σπάρτη νόμο, σύμφωνα με τον
οποίο καθιέρωνε την κάθαρση από τα ανάπηρα παιδιά, εξαφανίζοντάς τα στο
βάραθρο του
Καιάδα.12 Από την άλλη, ο Όμηρος, αν και ήταν τυφλός, έγραψε τα δύο έπη
του, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, γιατί, όπως πίστευαν, οι Θεοί, σε
αντάλλαγμα
για την τυφλότητά του, τον προίκισαν με το χάρισμα του λόγου. Στους
Ομηρικούς ξανά χρόνους, ο τυφλός Δημόδοκος είχε την εκτίμηση του λαού,
των ευγενών
και των βασιλιάδων, καθώς θεωρούνταν θεϊκός και αγαπητός της Μούσας και
του Απόλλωνα, κάτι όμως που δε συνέβαινε με τους τυφλούς, που δεν είχαν
τα ανάλογα
προσόντα. Ο Οιδίποδας περιγελά τον τυφλό μάντη Τειρεσία για τις
σωματικές του ατέλειες, λέγοντάς του ότι είναι τυφλός και στα αυτιά και
στο νου και στα
μάτια. Ο μάντης, με τη σειρά του, προβλέπει την τύφλωση του βασιλιά,
λέγοντάς του πως θα καταλήξει τυφλός ζητιάνος, οδηγώντας τα βήματά του
με ένα μπαστούνι.
Ο Τειρεσίας είχε χάσει την όρασή του όταν εκλήθη από τους Θεούς να
αποφανθεί ποιο από τα δύο φύλα αισθάνεται μεγαλύτερη ηδονή στον έρωτα.
Αυτός, απάντησε
ότι η γυναίκα βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση. Τότε η Ήρα οργίσθηκε
και τύφλωσε τον Τειρεσία γι’ αυτήν του την κρίση. Το στοιχείο αυτό
καταδεικνύει και
το μέγεθος των ανδροκρατικών αντιλήψεων της εποχής. Ο Δίας με τη σειρά
του που δε μπορούσε και δεν είχε το δικαίωμα βέβαια να αλλάξει τις
αποφάσεις και
τις πράξεις των άλλων Θεών για να τον ανταμείψει του έδωσε μακροζωία
επτά γενεών και το χάρισμα της προφητείας.
Ο Αριστοτέλης συμβούλευε τους πολίτες να μην περιπαίζουν κάποιον που
γεννήθηκε ή έγινε αργότερα τυφλός, αλλά να τον ελεούν. Ο Πλούταρχος
αναφέρει ότι ο
σοφιστής Θεόκτιτος κορόιδευε καθημερινά το διάδοχο του Μεγάλου
Αλεξάνδρου Αντίγονο, επειδή του έλειπε το ένα μάτι. Ο Μωσαϊκός νόμος
απαγόρευε σε τυφλούς
και αλλήθωρους να λαμβάνουν μέρος στις ιεροτελεστίες του Θυσιαστηρίου.
Στην Ελληνική μυθολογία ο Κρόνος, ο Ήλιος, ο Απόλλωνας και ο Ποσειδώνας
τιμωρούσαν με τύφλωση τους θνητούς που προσέβαλλαν τη θεότητά τους, αλλά
η Άρτεμη
και ο Ασκληπιός είχαν τη δύναμη να τη θεραπεύουν. Σε πολλά συγγράμματα ο
τυφλός επαίτης είναι ένδειξη της απάνθρωπης και άσπλαχνης κοινωνίας, η
οποία τον
περιβάλλει και τον καταδικάζει σε βίωση χωρίς ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Καθώς προχωράμε μέσα στο χρόνο συναντάμε σε κάθε εποχή τυφλούς των
οποίων η αξία αναγνωρίζεται
μόνο όταν κατέχουν κάποιο χάρισμα, διαφορετικά επικρίνονται και δεν
γίνονται κοινωνικά αποδεκτοί. Στο Πάνθεον του Ολύμπου συμμετέχει και ο
κινητικά ανάπηρος
Ήφαιστος, ο οποίος λόγω της αναπηρίας του, είναι απομονωμένος από τους
άλλους Θεούς. Η μητέρα του, η Ήρα, τον πέταξε από τον Όλυμπο, βρέφος
ακόμα, για
να απαλλαγεί από το «σημαδιακό», όμως σώθηκε από την Θέτιδα και την
Ευρυνόμη και γι’ αυτό όταν τον επισκέφτηκαν, τις υποδέχθηκε μ’ αυτά τα
λόγια:
«Ναι, σεβαστές μεγάλες, πατούν στο σπίτι μου Θεές, που εκείνες μ’ έχουν
σώσει από τη συμφορά μου, ότι έπεσα, πολύ μακριά στα βάθη, ως θέλησε η
αδιάντροπη
μητέρα να με κρύψει, ότι εγεννήθηκα χωλός κι ότι ήθελε εκεί να πάθω,
στον κόρφο αν δεν με έπαιρναν η Θέτις κι η Ευρυνόμη».
Στα Ομηρικά έπη και στην Αθηναϊκή Δημοκρατία δεν είναι μόνο τα ανάπηρα
άτομα περιθωριοποιημένα, είναι και τα εξώγαμα παιδιά. Τα παιδιά αυτά τα
συντρόφευε
το στίγμα της παρανομίας σ΄ όλη τους τη ζωή, γιατί δεν ήταν από νόμιμους
γάμους. Επίσης, στον Δημοσθένη, οι Αθηναίοι κόλλησαν το παρατσούκλι
«βάταλος»,
εξαιτίας του καχεκτικού σώματος. Όταν μεγάλωσε, αντιμετώπισε τρομερό
πρόβλημα λόγω της τραυλότητας για την οποία οι Αθηναίοι τον περιέπαιζαν.
Τότε εκείνος
κλείστηκε στο σπίτι του και, καταβάλλοντας τεράστιες προσπάθειες,
βάζοντας χαλίκια στο στόμα του, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, μπροστά σ’
έναν καθρέπτη,
κατόρθωσε να προφέρει το ρο. Τότε λέγεται ότι αναφώνησε: «Ρητόρευκα το
ρητορευμένο ρο».
Κατά τη διάρκεια του «χρυσού» αιώνα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, όπως στα
γράμματα και στις τέχνες, έτσι και στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας,
θεσμοθετούνται
προοδευτικά μέτρα κοινωνικής προστασίας. Με διάφορα νομοθετήματα του
Περικλή ολοκληρώθηκε η κοινωνική νομοθεσία του Σόλωνα, η οποία
περιελάμβανε μέτρα
και για τους ανάπηρους, όπως τη δωρεάν σίτιση στο πρυτανείο και τη
συνταξιοδότησή τους.
Στην ελληνική φιλοσοφία και ιδιαιτέρως στη Στωική παρατηρούμε ότι είχε
γίνει δόγμα η αντίληψη, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και πως η
δικαιοσύνη και
η φιλανθρωπία αποτελούν βασικές αξιώσεις της κοινωνίας.
Στην αρχαία Ελλάδα, λοιπόν, δημιουργείται η έννοια και η λέξη της
φιλανθρωπίας, το σύστημα δηλαδή της κοινωνικής περιθάλψεως, το οποίο
πηγάζει από την
αναγνώριση του κοινού καθήκοντος του πολίτου για βοήθεια. Ένα από τα
ληφθέντα μέτρα στην κλασική Αθήνα ήταν και η βοήθεια των αναπήρων λόγω
σωματικών ελαττωμάτων,
βάσει ελέγχου της οικονομικής τους κατάστασης. Η μεν Σύγκλητος εξέταζε
την περίπτωση, η δε Εκκλησία του Δήμου παρείχε το βοήθημα, το οποίο
ανερχόταν στους
δύο με τρεις οβολούς ημερησίως.
Το 330 μ.Χ. δημιουργήθηκε το πρώτο ίδρυμα, «άσυλο» για αναπήρους στην
Κωνσταντινούπολη για να τους περιμαζέψουν, ώστε να μην εμφανίζονται μαζί
με τους
υγιείς. Οι τυφλοί κατά την Πρώτη Χριστιανική Περίοδο προκαλούσαν τον
οίκτο και τη μέριμνα της κοινωνίας, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη
θεραπεία του
τυφλού ζητιάνου από το Χριστό. Όμως ο Χριστός δεν ελέησε τον τυφλό ή τον
παράλυτο αλλά τους έδωσε τη δυνατότητα, ο μεν πρώτος να αναβλέψει, ο δε
δεύτερος
να περπατήσει. Αυτά τα «θαύματα» σηματοδοτούν μια νέα αντίληψη που θέλει
την αξιοποίηση του ανθρώπινου όντος και όχι την περιθωριοποίησή του. Ο
Ιωάννης
ο Χρυσόστομος κατακρίνει όσους θεωρούν κακοσημαδιά το συναπάντημα με
ανάπηρο ή τυφλό.
Ως και το 19ο αιώνα επικρατούσε η άποψη ότι όλοι όσοι ήταν διαφορετικοί
(ζητιάνοι, άνεργοι, αιρετικοί, ψυχικά άρρωστοι και ανάπηροι), έπρεπε να
απομονωθούν.
Αν και στην περίοδο αυτή υπάρχει κάποια στοιχειώδης συμμετοχή των
αναπήρων στην εργασία (ιεροψάλτες, κωδωνοκρούστες κ.λπ.), η έννοια της
κοινωνικής αλληλεγγύης
εξαντλείται στο νέο θεσμό της φιλανθρωπίας που επικρατούσε την εποχή εκείνη.
Στα Βυζαντινά χρόνια, θεωρούσαν την τύφλωση ως τη μεγαλύτερη τιμωρία για
τον άνθρωπο και την επέβαλλαν όχι μόνο στους εχθρούς αλλά και στους
έκπτωτους
άρχοντες και αυτοκράτορες. Κατά την περίοδο της Εικονομαχίας ο
αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος τύφλωσε χιλιάδες Βούλγαρους
αιχμαλώτους, καθώς
και τους στρατηγούς Λέοντα Φωκά και Νικηφόρο. Με τη στέρηση της οράσεως
τους αφαιρούσαν κάθε δυνατότητα αντίδρασης. Παρόλα αυτά, χαρακτηριστικά
στην ανάπτυξη
του θεσμού της πρόνοιας είναι τα μέτρα για την περίθαλψη των ασθενών, τη
φροντίδα των φυλακισμένων και την καταπολέμηση της φτώχειας. Την εποχή
αυτή ιδρύονται
νοσοκομεία, ορφανοτροφεία, βρεφοκομεία, γηροκομεία, πτωχοκομεία και, ενώ
στη Δυτική Ευρώπη ο συσκοτισμός και η καταπάτηση κάθε έννοιας που αφορά
την αξιοπρέπεια
του αναπήρου ατόμου βρίσκεται στο αποκορύφωμά της, στο Βυζαντινό Κράτος
αναπτύσσεται μια νέα μορφή προστασίας των παραπάνω ατόμων, μέσα από τη
δημιουργία
Ιδρυμάτων. Παρατηρούμε δηλαδή ότι αρχίζει να αναπτύσσεται μια οργανωμένη
κοινωνική πρόνοια γιατί η ατομική πρωτοβουλία δεν αρκεί. Η Ειρήνη η
Αθηναία ίδρυσε
αρτοποιείο, όπου διανεμόταν δωρεάν άρτος στους φτωχούς, στους ζητιάνους
και στους ανάπηρους, ενώ ο Ρωμανός Α’ ο Λεκαπηνός συνήθιζε να γευματίζει
καθημερινά
με τρεις πένητες.
Η Άννα Κομνηνή στο ιστορικό της έργο Αλεξιάς, περιγράφει τη φροντίδα του
ίδιου του πατέρα της Αλεξίου Α΄, ο οποίος έχτισε μια ολόκληρη πολιτεία
με ιδρύματα
για τη στέγαση, τη σίτιση και τη φροντίδα των αναπήρων, τυφλών και
ακρωτηριασμένων. Ένα μεγάλο Ορφανοτροφείο, που αποσκοπούσε στη σωτηρία
της ψυχής του
ευεργέτη, όπου εκεί λεπροί, ανίατοι και ανάπηροι έβρισκαν βοήθεια,
θαλπωρή και θεραπεία.
Τον 11ο αιώνα υπήρξε δάσκαλος στο Βυζάντιο που εφάρμοσε για πρώτη φορά
μέθοδο για την εκπαίδευση των τυφλών. «Τυφλός φιλοσόφων τινί ευτυχών διά
στερεών
τούτο τα σχήματα γεωμετρικά παρέχει επέτατεν ο δε τι των χειρών
ψηλαφήσει απάντων των της γεωμετρίας θεωρημάτων τε και σχημάτων έσχει
την κατάληψη». Η
μέθοδος αυτή βέβαια δεν είχε ευρεία διάδοση, όμως αποτελεί μια σημαντική
προσπάθεια στον τομέα της εκπαίδευσης των τυφλών.
Την περίοδο του Μεσαίωνα εμφανίζεται η αναπηρία ως «ανάθεμα του Θεού».
Αυτό οδήγησε ώστε το ένα κακό να θέλουν να το διώξουν με το άλλο.
Δηλαδή, έδιναν
π.χ. σε επιληπτικούς να πίνουν αίμα απαγχονισμένων ανθρώπων (αμαρτωλών)
για να γιατρευτούν, με το εξής σκεπτικό: «Το ζεστό αίμα του
απαγχονισμένου που
περιείχε την αγωνία του θανάτου, θα πάλευε με το άρρωστο αίμα του
επιληπτικού και θα το νικούσε». Επίσης ο ξυλοδαρμός ήταν, κατά το
Μεσαίωνα και ως το
19ο αιώνα, μια προσφιλής μέθοδος «θεραπείας» της νοητικής καθυστέρησης,
της στείρωσης και κάθε είδους αναπηρίας, γεγονός που βασιζόταν στην ίδια
σκέψη,
ότι κάποιος έφταιγε, δηλαδή ο ανάπηρος. Επιπλέον την εποχή αυτή, το
ανάπηρο άτομο ήταν αντικείμενο, όχι μόνο καθημερινής εκμετάλλευσης, αλλά
και ψυχικής
εκτόνωσης εκείνων που επιζητούν τη μεταφυσική τους δικαίωση. Είναι
επίσης γνωστή η χρησιμοποίηση των αναπήρων ατόμων ως γελωτοποιών.
Στην Αγγλία το 1349, ο βασιλιάς Εδουάρδος Γ΄, υποχρέωνε με διάταγμα
όλους τους επαίτες, κατά συνέπεια και τους τυφλούς, να δέχονται
απασχόληση από οποιονδήποτε
τους πρόσφερε εργασία, απαγορεύοντας έτσι την ελεημοσύνη, ενώ το 1531 ο
Ερρίκος Η΄ έδινε γραπτές άδειες επαιτείας σε όσους κρίνονταν ανίκανοι
για εργασία,
οι υπόλοιποι τιμωρούνταν. Το πιο γνωστό και ολοκληρωμένο νομοθέτημα
είναι ο «Νόμος περί Πτωχών», το οποίο εξέδωσε η βασίλισσα Ελισάβετ το
1601. Με τη σημερινή
ορολογία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως «Νόμος Πλαίσιο» για την κοινωνική
πρόνοια. Σωματικά και διανοητικά ανάπηροι, τυφλοί και κωφοί είχαν τη
δυνατότητα εισαγωγής
σε πτωχοκομείο όπου, παράλληλα με τη συντήρησή τους, θα μπορούσαν να
προσφέρουν εργασία, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους. Έτσι, τέθηκε η βάση
των σύγχρονων
προγραμμάτων κλειστής περίθαλψης και των προστατευμένων εργαστηρίων, στο
πλαίσιο προστατευμένων προγραμμάτων κοινωνικής αποκατάστασης των
αναπήρων και
ψυχικά ασθενών.
Στα τέλη της Αναγεννησιακής περιόδου αρχίζουν να γίνονται αποδεκτά τα
άτομα με ειδικές ανάγκες, ενώ ο κόσμος των δαιμόνων, των προκαταλήψεων,
της σκληρότητας
και της απόρριψης υποχωρεί σταδιακά και επισκιάζεται από το ενδιαφέρον
για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Οι κύριες αρχές προνοιακής πολιτικής την
εποχή αυτή
–που πρέπει να σημειωθεί ότι χαρακτηρίζεται από τη θέσπιση σημαντικών
νομοθετημάτων, όπως ο «Poor Law» του 1601, που αναφέραμε παραπάνω, και ο
«Settlement
Act» διακανονισμός προς ανακούφιση των φτωχών και των επαιτών του 1662
στην Αγγλία– ήταν:
• Επικουρικότητα του προνοιακού έργου. Την κύρια ευθύνη για την
συντήρηση των «αδυνάτων» φέρει η οικογένειά τους και, μόνο επικουρικά,
επεμβαίνουν οι φορείς
της κοινωνικής πρόνοιας.
• Ενίσχυση της ιδρυματικής περίθαλψης με τη δημιουργία νοσοκομειακών
ιδρυμάτων, ασύλων, «αγροτικών αποικιών» και, για πρώτη φορά, παιδικών
σταθμών.
• Παροχή βοήθειας μόνο σε εκείνους που την έχουν πραγματικά ανάγκη –αρχή
επικουρικότητας– και διάκριση των φτωχών σε ικανούς και ανίκανους προς
εργασία
με την αντίστοιχη αντιμετώπιση.23
Ο Διαφωτισμός και οι κοινωνικές επιπτώσεις της Βιομηχανικής Επανάστασης
σηματοδότησαν την αντιμετώπιση της ένδειας ως κοινωνικό πρόβλημα που
έχρηζε ορθολογικής
παρέμβασης. Οι Διαφωτιστές καταδίκαζαν τις πρακτικές της ελεημοσύνης και
του εγκλεισμού στα άσυλα. Ο Φουκώ έχει συνδέσει αριστοτεχνικά την
επικράτηση του
ορθολογισμού και της απόλυτης μοναρχίας, καθώς και την άνοδο της αστικής
τάξης με την εγκάθειρξη στα νοσοκομεία ολόκληρων κατηγοριών ανθρώπων,
όπως οι
παράφρονες, οι ανέστιοι, οι επαίτες και οι άεργοι, των οποίων η
συμπεριφορά γίνεται αντιληπτή ως ταυτόσημη με τον παραλογισμό.
Στη Θεσσαλονίκη τους δύο πρώτους αιώνες μετά την Άλωση πλήθος ζητιάνων
και τυφλών κουρελιάρηδων άπλωναν το χέρι για ελεημοσύνη έξω από τις
εκκλησίες. Στην
Κωνσταντινούπολη οι επαίτες αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της
κοινωνίας. Επρόκειτο για μια συντεχνία, όπως όλες οι υπόλοιπες,
αναγνωρισμένη κοινωνικά,
με επίσης συγκροτημένες δομές «έχουσα επιστάτην ομότεχνον, κατ έτος
εκλεγόμενον, αναγνωρίζουσα δε κύριον Οθωμανόν, διοικούντα όλους τους
επάιτας Χριστιανούς
και Οθωμανούς». Κατά το 16ο και το 17ο αιώνα και οι τυφλοί ζητιάνοι ήταν
οργανωμένοι σε συντεχνίες, ένα είδος δηλαδή επαγγελματικής οργάνωσης,.
«Τοιούτο
δε το έλεος όλων των πολιτών, προς τους δυστυχείς τούτους άνδρας, ώστε
οι πλειότεροι, όσον χαίρονται υγείαν, ζώσιν βίον άνετον από την
επαίτησιν της εβδομάδας».
Ημέρα αναπαύσεως είναι η Δευτέρα. Από την Τρίτη αρχίζουν οι μακρινές
οδοιπορίες στις κωμοπόλεις του Βοσπόρου, της Ρουμελικάς και της
Ασιατικάς, χειραγωγούμενοι
από τα παιδιά τους, τους συγγενείς τους η από ομότεχνούς τους, προς τους
οποίους χορηγούν δύο γρόσια κάθε μέρα ή περισσότερα. Μακριά από τις
οικογένειές
τους, διανυχτερεύουν σε καφεπωλεία στάβλους και το καλοκαίρι στην
ύπαιθρο. Το Σάββατο περιφέρονται και επαιτούν στη αγορά και στα γραφεία
των εμπόρων και
την Κυριακή κάθονται έξω από τις εκκλησίες. Οι περισσότεροι από αυτούς
είναι παντρεμένοι και στο σπίτι τους υπάρχει τάξη, οικονομία και
καθαριότητα, που
ούτε σε εύπορες οικογένειες δε συναντάμε. Η επαιτεία την περίοδο εκείνη
δεν είχε γνωρίσει ακόμα την κοινωνική απαξίωση που θα δούμε αργότερα.
Στο σημείο αυτό να πούμε λίγα λόγια και για τις γυναικείες αδελφότητες
της Κωνσταντινούπολης. Συνηθέστερα, κυρίες επώνυμων συζύγων
δημιουργούσαν συλλογικές
εστίες, προορισμένες να ανακουφίσουν την ανέχεια, την ασθένεια και τη
δυστυχία. Προσέφεραν φαγητό, ενδύματα και διάφορα είδη πρώτης ανάγκης,
σε τακτά χρονικά
διαστήματα και κυρίως κατά τις εορτάσιμες ημέρες. Ένα παράδειγμα
αποτελεί η Φιλόπτωχος Αδελφότης των Κυριών του Πέραν το 1861 στην
Κωνσταντινούπολη με
στόχο να συνδράμει τους ανίκανους προς εργασία, αρχικά με την παροχή
βοήθειας σε είδος ή χρήμα, και αργότερα με την προσφορά εργασίας σε
γυναίκες που μπορούσαν
να εργαστούν. Αυτό καθιερώθηκε με τη σύσταση και λειτουργία εργαστηρίων
χειροτεχνίας, καλλιτεχνίας και ραπτικής. Η Εν Σταυροδρομίω Αδελφότης «Τα
Ορφανά
της Παναγίας» που ιδρύθηκε το 1904 είχε αναλάβει τα έξοδα ενός τυφλού
ορφανού που είχε μεταφερθεί στον Οίκο Τυφλών στην Αθήνα. Η φιλανθρωπία
ως χριστιανικό
καθήκον είχε ασκηθεί και σε παλαιότερους χρόνους από τα αδελφάτα.
Το 18ο αιώνα αναπτύχθηκε ο Ανθρωπισμός στην Ευρώπη και δόθηκε έμφαση
στην εμπειρία και λογική. Ο ανάπηρος έγινε τμήμα της συνείδησης της
κοινότητας και
εμφανίστηκε για πρώτη φορά οργανωμένο ενδιαφέρον στην πρόνοια των
ανάπηρων ατόμων με τη μορφή κηδεμονικής φροντίδας.
Το Ισλάμ συγκαταλέγει την ελεημοσύνη στα πρωταρχικά καθήκοντα του
πιστού, στην ίδια σειρά με την προσευχή, τη νηστεία, τον ιερό πόλεμο και
το προσκύνημα
στη Μέκκα, και τη συνδέει, όπως και ο Χριστιανισμός, με την προσδοκία
της επουράνιας ανταμοιβής. Ήταν ένα είδος προσφοράς και αποτελούσε
υποχρέωση απέναντι
στο Θεό, ως εξαγνισμός του πλούτου μέσω της εθελούσιας παραχώρησης.30 Το
τουρκικό Κισμέτ (πεπρωμένο) προσδιορίζει τον τρόπο ζωής τους. Για την
κατάστασή
των επαιτών βέβαια, υπεύθυνη θεωρείται η μοίρα τους, γι’ αυτό και η
γνωστή αποστροφή «ανάθεμα στη μοίρα μου». Από τη μια μεριά τους
περιπαίζουν, ενώ από
την άλλη, φοβούμενοι μήπως τους βρει παρόμοιο κακό, τους προσφέρουν
ελεημοσύνη. Στην κλασική οθωμανική περίοδο τα ευαγή ιδρύματα έπαιζαν
πολύ σημαντικό
ρόλο, αφού πρόσφεραν στέγη και τροφή σε ταξιδιώτες, προσκυνητές και
άπορους. Στην Κωνσταντινούπολη ιδρύουν τα Βακούφια. Κατά το
μουσουλμανικό δίκαιο, το
βακούφι είναι μια δικαιοπραξία μέσω της οποίας ένα φυσικό πρόσωπο
παραιτείται από ένα ή περισσότερα αγαθά του και τα θέτει εκτός εμπορικής
συναλλαγής,
αφιερώνοντάς τα ισοβίως σε έναν ιερό, φιλανθρωπικό ή κοινωνικό σκοπό. Το
βακούφι αποτελεί τον κατεξοχήν μηχανισμό για την επίτευξη της
ελεημοσύνης, έναν
από τους κύριους άξονες του Ισλάμ. Ο Άρχοντας της Καβάλας Μεχμέτ Αλή
(1769-1849), έχτισε ένα μεγάλο συγκρότημα, όπου έβρισκαν φαγητό οι
φτωχοί ζητιάνοι,
είχαν ένα δωμάτιο για τη στέγαση της οικογένειάς τους, τζάκι για τη
θέρμανση, λουτρά, συσσίτια και χώρους εργασίας. Το συγκρότημα, γνωστό ως
Ιμαρέτ, λειτούργησε
ως Ιερατική Σχολή, πτωχοκομείο και φιλανθρωπικό ίδρυμα. Μοίραζε φαγητό
σε όσους είχαν ανάγκη, ανεξάρτητα από τη θρησκεία τους, και κατά τη
διάρκεια των
γευμάτων ο Χότζας διάβαζε αποσπάσματα από το Κοράνι. Δεν έλειπαν βέβαια
κι εκείνοι που αμφισβητούσαν τη χρησιμότητα του Ιδρύματος γιατί πίστευαν
ότι θρέφει
τους τεμπελχανάδες.
Για την κατάσταση των τυφλών ο Φωριέλ, ξένος περιηγητής και συλλογέας
δημοτικών τραγουδιών στα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας στην Ελλάδα,
τονίζει πως
οι τυφλοί εξασκούν ένα επάγγελμα, το οποίο τους καθιστά όχι μόνο
ευχάριστους αλλά και απαραίτητους, διότι ο χαρακτήρας, η φαντασία και η
κατάσταση του
λαού είναι αυτοί. Οι τυφλοί συνήθιζαν, τόσο στην ηπειρωτική και
νησιωτική Ελλάδα, να αποστηθίζουν όσα περισσότερα δημοτικά τραγούδια
μπορούσαν και τα απήγγειλαν
σε εορτές, γιατί η φύση τούς προίκισε με ιδιοφυία και μουσική μόρφωση.
Το πρόσωπο με ειδικές ανάγκες ήταν, πολλές φορές, μέσο ψυχαγωγίας,
μικρών και μεγάλων.
Ο 19ος αιώνας συνιστά περίοδο ριζικών αλλαγών σε όλους τους τομείς:
κοινωνικούς, ηθικούς, πολιτικούς και ιατρικούς. Γίνονται οι πρώτες
ουσιαστικές προσπάθειες
ανίχνευσης, καταγραφής των ατόμων με αποκλίσεις από το φυσιολογικό καθώς
και βοηθητικής ενίσχυσής τους και εκπαίδευσής τους. Η φιλελεύθερη
ιδεολογία καταδίκαζε
τη χριστιανική ελεημοσύνη, με το σκεπτικό ότι αδυνατώντας να προσφέρει
μια μόνιμη λύση στο πρόβλημα του ενδεούς, τον εγκλωβίζει σε μια διηνεκής
σχέση εξάρτησης
από το δωρεοδότη.
Στη σύγχρονη εποχή εκατοντάδες είναι οι τυφλοί που έχουν διαπρέψει,
μερικοί από τους οποίους είναι οι εξής:
α) Ο εκ γενετής τυφλός Άγγλος καθηγητής Σαν Τέρσον, που δίδασκε στο
Πανεπιστήμιο του Λονδίνου το 1700 την «Οπτική περί χρωμάτων και φωτός».
β) Η Έλεν Κέλλερ, τυφλοκωφή από την ηλικία των 18 μηνών, η οποία
συνεννοούνταν σε πέντε γλώσσες και εξέδωσε πολλά σπουδαία συγγράμματα.
Οι Αμερικάνοι υποστηρίζουν
πως στη χώρα τους δύο είναι τα θαύματα: οι καταρράκτες του Νιαγάρα και η
Έλεν Κέλλερ.
γ) Ο Τάχα Χουσεΐν, καθηγητής και πρύτανης στο Πανεπιστήμιο του Καΐρου.
δ) Ο Ιωάννης Μίλτων, επικός ποιητής, γνωστός από το περισπούδαστο έργο
του «Ο Απολεσθείς Παράδεισος».
ε) Ο Κωνσταντίνος Κόντος, φιλόλογος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
στ) Ο Λουδοβίκος Μπράιλ, τυφλός από ηλικία των τριών ετών, δάσκαλος στη
Βασιλική Σχολή Τυφλών στο Παρίσι και εφευρέτης του φερώνυμου συστήματος
ανάγλυφης
γραφής «Braille».
Αυτοί, και πολλοί άλλοι, υπήρξαν αξιόλογα παραδείγματα μόρφωσης,
καταξίωσης και υπερηφάνειας στο χώρο των τυφλών.
Το 19ο αιώνα αναπτύχθηκαν τάσεις επεκτάσεως της κοινωνικής προστασίας
λόγω της αλλαγής που παρατηρήθηκε όσον αφορά το δίκαιο, το οποίο
καθόριζε τους κοινωνικούς
σκοπούς και τα δεόμενα κοινωνικής προστασίας πρόσωπα. Ιδρύθηκαν πολλά
άσυλα για την κοινωνική προστασία πάσης φύσεως αναπήρων και γενικώς
μειονεκτούντων
ατόμων, ορφανοτροφεία, γηροκομεία και ψυχιατρεία.
Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφερθούν και οι αντιλήψεις για τα άτομα με
ειδικές ανάγκες στην περίοδο του Γ΄ Ράιχ. Την εντονότερη απορριπτική
στάση της
κοινωνίας μας έδειξε η περίοδος αυτή. Ήδη από το 1938 ο Χίτλερ, οργάνωσε
τις υπηρεσίες που ανέλαβαν να εξολοθρεύσουν όλους εκείνους που η ζωή
τους δεν
είχε αξία ως στρατιώτες ή ως εργάτες, δεν ανταποκρίνονταν δηλαδή, στο
ιδεώδες της Άριας φυλής. Το 1939 ιδρύθηκε η Ειδική Υπηρεσία του Ράιχ για
την επιστημονική
διερεύνηση των κληρονομικών ή περιβαλλοντικών βαρέων παθήσεων. Κάθε
γυναικολόγος ή μαία έπρεπε να δηλώνει το παιδί που γεννιόταν με
αναπηρία. Τρεις εμπειρογνώμονες
αποφάσιζαν για τη ζωή του. Εικοσιένα «ειδικά παιδιατρικά τμήματα» είχαν
αναλάβει τη θανάτωση και πτώματα των παιδιών αυτών πήγαιναν σε ειδικά
εργαστήρια
για έρευνα. Σε χιτλερικό νόμο προβλεπόταν ότι το σημαντικότερο κριτήριο
για την επιλογή των ανθρώπων που έπρεπε να εξοντωθούν, ήταν η
ανικανότητα για παραγωγική
εργασία. Αυτό το σημείο πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα, γιατί δεν είναι
χαρακτηριστικό μόνο του φασιστικού τρόπου σκέψης. Και στη σύγχρονη
καπιταλιστική
κοινωνία, με την εμπορευματοποίηση των πάντων, η αξία του ανθρώπου
μετριέται σύμφωνα με τη δυνατότητα παραγωγής υπεραξίας. Έτσι λοιπόν οι
ανάπηροι, όντας
ελάχιστα ενσωματωμένοι, όχι με δική τους ευθύνη βέβαια, θεωρούνται ακόμη
από πολλούς, άνθρωποι μειωμένης αξίας.
συνεχίζεται σε επόμενο email.
http://www.eoty.gr/main/text.asp#startpage
________
Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe
Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net
Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
__________
Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και παγκόσμιο
ρεπερτόριο επισκεφθείτε το
http://www.isobitis.com
______________