Η εκπαιδευτική διαδικασία και η επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών
στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα (2ο μέρος)
Διπλωματική εργασία τής Άννας Θεοδωρή τού έτους 2013, με θέμα: «Η
εκπαιδευτική διαδικασία και η επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών στην
Ελλάδα κατά
τον 20ό αιώνα»: Κεφάλαια πρώτο και δεύτερο.
1.3 Οι κοινωνικές προκαταλήψεις και η επίδραση στην ψυχολογία των τυφλών
Ο ορισμός που δίνεται στην έννοια της αναπηρίας, σύμφωνα με τις
καταχωρήσεις διαφόρων συγγραφέων στα λεξικά όλων των γλωσσών του κόσμου,
είναι, θα υποστηρίζαμε,
επιπόλαιος και επιδερμικός. Κι αυτό γιατί απλώς επισημαίνει την έλλειψη
κάποιου οργάνου ή μιας αισθήσεως. Παλαιότερα μάλιστα, θεωρούσαν αναπηρία
την έλλειψη
εκείνη που ήταν αμέσως αντιληπτή και εμφανής. Επομένως, και ο βαθμός της
αναπηρίας εξαρτιόνταν από αυτήν την αμεσότητα, κατά πόσο δηλαδή γινόταν
εύκολα
ή δύσκολα ορατή στο περιβάλλον. Εκείνος, λοιπόν, από τον οποίο έλειπε
ένα χέρι ή ένα πόδι ή ένα μάτι ήταν περισσότερο ανάπηρος από όλους τους
άλλους. Η
αναπηρία του ήταν δηλαδή βαρύτερη από αυτή του κωφού. Εάν μάλιστα η
έλλειψη ή η βλάβη ήταν τέτοια, ώστε να μην είναι αμέσως εμφανής, όπως
για παράδειγμα
ένας καρδιοπαθής, ένας νεφροπαθής ή ένας αιμορροφιλικός, τότε δεν
αντιμετώπιζε κοινωνικά κανένα πρόβλημα και γινόταν πλήρως αποδεκτός στο
περιβάλλον του.
Η προσπάθεια να προσδιοριστεί σε κάθε εποχή τι είναι και τι δεν είναι
αναπηρία, με την υιοθέτηση διαφόρων όρων, δημιούργησε μια πληθώρα
ορολογιών: ανάπηροι,
άτομα για ειδικά και κανονικά σχολεία, φυσιολογικοί και μη φυσιολογικοί,
ευπαθείς και μη ευπαθείς ομάδες, περιθωριακά και μη περιθωριακά άτομα κ.λπ.
Για το φαινόμενο της αναπηρίας υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί ορισμοί
που πηγάζουν από διαφορετικές ιδεολογικο-πολιτικές αντιλήψεις αλλά και
από διαφορετικές
προοπτικές θεώρησης του προβλήματος. Ωστόσο, οι πιο πολλοί ειδικοί
συμφωνούν ότι:
• Η αναπηρία υπάρχει εκ γενετής ή εμφανίζεται αργότερα.
• Η αναπηρία είναι μια λειτουργική βλάβη και ότι η ζωή του αναπήρου
δυσχεραίνεται ουσιαστικά λόγω της αναπηρίας του.
• Η αναπηρία αυτή είναι συνέπεια παραμορφώσεων, βλάβης ή διαφόρων
τραυματικών επιδράσεων στην ανάπτυξη ή τις λειτουργίες των συστημάτων
στάσης ή κίνησης.
• Ο κοινωνικός περίγυρος αντιδρά αρνητικά στην εμφάνιση του αναπήρου.
Ως προκατάληψη μπορούμε να ορίσουμε μια απεχθή ή εχθρική συμπεριφορά
εναντίον ενός ατόμου ή μιας ομάδας που δεν ανήκει στο σύνολο και, κατά
συνέπεια, είναι
δεδομένο ότι έχει τα «απαράδεκτα χαρακτηριστικά» που έχουν αποδοθεί στο
σύνολο. Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι και οι κοινωνιολόγοι χρησιμοποιούν αυτό
τον όρο,
όταν συνήθως αναφέρονται στην αρνητική και εχθρική συμπεριφορά μιας
ομάδας εναντίον μιας άλλης (θρησκευτική προκατάληψη, ιδεολογία,
ρατσισμός κ.ά.). Το
άτομο αποδέχεται την προκατάληψη, τη διατηρεί, τη διαδίδει και την
υποστηρίζει με λογική αιτία, δηλαδή επικαλούμενο την προσωπική του
εμπειρία, τις υποτιθέμενες
ιστορικές πραγματικότητες και στάσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το άτομο ή η
ομάδα που κατηγορείται υποτάσσεται στην επιθετικότητα του συνόλου, της
κοινωνίας,
με αποτέλεσμα κάθε ηθική διδασκαλία, ίσως και κάθε ατομική προσπάθεια
υπέρ αυτής, να μην τελεσφορεί εξαιτίας της λειτουργικής προσαρμογής της
κοινωνίας
που επικρατεί σ΄ αυτήν την προκατάληψη.
Αρκετοί μελετητές υποστηρίζουν ότι μια σωματική αναπηρία είναι συνήθως
ιδιαίτερα ντροπιαστική γι’ αυτόν που την έχει και, όπως και στις άλλες
μορφές στίγματος,
όχι μόνο το στιγματισμένο άτομο θα ντροπιαστεί στα μάτια των άλλων, αλλά
και τα άλλα άτομα που θα συναναστραφούν στενά μαζί του. Έτσι, το
σωματικά αρτιμελές
άτομο μπορεί ν΄ αποφεύγει οποιαδήποτε μακροχρόνια σχέση με τους σωματικά
αναπήρους. Αυτοί οι παράγοντες, στο σύνολό τους, προτείνουν ότι το
σωματικά στιγματισμένο
άτομο θα διαμορφώσει τη συμπεριφορά του από τις κοινωνικές
περιβαλλοντικές συμπεριφορές, οι οποίες είναι συνεχώς στερεότυπες, με
ψυχολογικές αναστολές
και υπερβολικά ελεγχόμενες. Μια προκατάληψη απέναντι σε τέτοιες
συμπεριφορές, εάν επικρατήσει παντού, θα γίνει ασυμβίβαστη με την
ανάπτυξη, από πλευράς
του στιγματισμένου ατόμου, της ευαισθησίας απέναντι στους άλλους και της
ικανότητας στις ανθρώπινες σχέσεις. Όλοι οι ανάπηροι πρέπει να
γνωρίζουμε ότι
βιώνουν την αναπηρία ως κοινωνικό περιορισμό, είτε αυτός ο περιορισμός
εμφανίζεται ως συνέπεια μη προσβάσιμου περιβάλλοντος, είτε εξαιτίας
αμφισβητήσιμων
εννοιών για τη νοημοσύνη και τις κοινωνικέ δεξιότητες ή της έλλειψης
αναγνωσμάτων σε γραφή Braille. Σύμφωνα με το Goffman το στίγμα αρχικά
αποδιδόταν μέσα
από την παρέκκλιση και την ετικετοποίηση συγκεκριμένων ατόμων που
παραβίαζαν τους κανόνες, τις αξίες και τα πρότυπα μιας κοινωνίας,
αποτελεί δηλαδή κοινωνική
κατασκευή.
Στο σύγχρονο κόσμο το στίγμα προέκυψε μέσα από τη διαδικασία της
κοινωνικής αλληλεπίδρασης, όπου τα άτομα με κάποια ιδιότητα ή κάποια
γνωρίσματα απαξιωτικά
απομονώθηκαν ή τέθηκαν στο περιθώριο. Οι στιγματοποιημένες ταυτότητες
σχηματίζονταν μέσα από διαπροσωπικές αλληλεπιδράσεις παρά από
ψυχολογικές αντιδράσεις
στα γεγονότα.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO 1980), ο όρος αναπηρία
είναι μία από τις πιθανές συνέπειες μιας βλάβης και ορίζεται ως έλλειψη
της ικανότητας
ενός ατόμου να λειτουργεί εντός του πλαισίου που θεωρείται φυσιολογικό
για τα περισσότερα ανθρώπινα όντα. Ως έννοια περιγράφεται με βάση το
βαθμό στον
οποίο κάποιος μπορεί να λειτουργεί με ή χωρίς υποστήριξη ή βοήθεια και
με βάση τις εξελικτικές του δεξιότητες ανάλογα με την ηλικία του. Στο
Νόμο «περί
Διακρίσεως της Αναπηρίας» περιγράφεται ως «μια σωματική ή νοητική βλάβη,
η οποία έχει ουσιαστική και αρνητική μακροχρόνια επίδραση στην ικανότητα
κάποιου
ατόμου να φέρει εις πέρας τις φυσιολογικές καθημερινές δραστηριότητες».
Στην περίπτωση της τύφλωσης το πρόβλημα δεν είναι μόνο η απώλεια όρασης
και οι περιορισμοί ή τα εμπόδια που επιβάλλονται στο άτομο. Το πρόβλημα
είναι ακόμη
πιο σύνθετο και σχετίζεται με δύο αλληλένδετες διαστάσεις της αναπηρίας,
την ατομική και την κοινωνική. Σύμφωνα με τη διακήρυξη για τις
Θεμελιώδεις Αρχές
της Αναπηρίας, η οποία αποτέλεσε την επίσημη θέση της Διεθνούς Οργάνωσης
Αναπήρων Ατόμων, η ατομική διάσταση σχετίζεται με τους περιορισμούς και
τα προβλήματα
που επιβάλλει η μερική ή η ολική έλλειψη κάποιου μέλους, οργάνου ή
μηχανισμού του σώματος. Η κοινωνική διάσταση με τη σειρά της με τους
περιορισμούς και
τα εμπόδια που επιβάλλονται στα ανάπηρα άτομα από τη σύγχρονη κοινωνική
οργάνωση, η οποία τις περισσότερες φορές υπολογίζει ελάχιστα ή και
καθόλου τους
εν λόγω ανθρώπους, τους αποκλείει έτσι από τη συμμετοχή στις καθημερινές
κοινωνικές, εκπαιδευτικές, ψυχαγωγικές, επαγγελματικές και πολιτιστικές
δραστηριότητες.
Η ανικανότητα είναι κάτι που επιβάλλεται στην αναπηρία, εξαιτίας του
τρόπου με τον οποίο οι ανάπηροι πολίτες περιθωριοποιούνται,
απομονώνονται και, σε
αρκετές περιπτώσεις, αποκλείονται αδικαιολόγητα από την πλήρη συμμετοχή
στα κοινωνικά δρώμενα.
Η απώλεια της όρασης αποτελεί πηγή προβλημάτων για το παιδί, στην
προσπάθειά του να αντιληφθεί, να μάθει και να οργανώσει το περιβάλλον.
Σε ένα κόσμο βλεπόντων
η όραση είναι τόσο σημαντική για την ολόπλευρη ανάπτυξη του, που ακόμα
και ο πιο ήπιος βαθμός οπτικής απώλειας μπορεί να έχει αρνητικές
επιπτώσεις στην
ανάπτυξη οπτικο-δεκτικών και κινητικο-εκφραστικών δεξιοτήτων. Αυτό που
απαιτείται απ την κοινωνία είναι η «ομαλοποίηση του περιβάλλοντος»,
δηλαδή η δημιουργία
και η χρήση πολιτιστικά «ομαλών» μέσων, με κύριο στόχο να προσφέρουν στα
κοινωνικά απαξιωμένα άτομα καλές συνθήκες ζωής. Η διαδικασία αυτή ορίζει
την αναπηρία
ως μια σαφώς δημόσια πολιτική και κοινωνική υπόθεση, στην οποία η
Πολιτεία αναλαμβάνει την ευθύνη να προσφέρει τις υπηρεσίες που
απαιτούνται για τις ανάγκες
των πολιτών της, οι οποίοι είναι διαφορετικοί.
Οι κοινωνικά ευαίσθητοι άνθρωποι από τα αρχαία χρόνια φρόντιζαν για την
κοινωνική δικαιοσύνη, την ισοπολιτεία και ισοτιμία στη ζωή των ανθρώπων
και προσπαθούσαν
να αποβάλλουν τις λεγόμενες προκαταλήψεις έναντι των αναπήρων. Οι
συγκεκριμένοι όμως άνθρωποι ήταν πάντοτε λιγότεροι. Η πλειοψηφία δεν
μπορούσε και ούτε
ακόμα μπορεί να αποδεχτεί εύκολα τα άτομα με ειδικές ανάγκες, με
αποτέλεσμα να δείχνει οίκτο ή και πολλές φορές απροκάλυπτα να αδιαφορεί.
Τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα απ το 1960 και έπειτα, η στάση της
κοινωνίας έχει αρχίσει να αλλάζει και να παίρνει μια θετική κατεύθυνση,
παρότι εξακολουθούν
ακόμη να υπάρχουν, όπως προαναφέραμε, αρνητικές κοινωνικές αντιδράσεις
προς τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Οι συναισθηματικά φορτισμένοι και
κοινωνικά απορριπτικοί
όροι «ανώμαλος», «απροσάρμοστος», «αποκλίνων» ακόμα και «ηλίθιος», έχουν
αντικατασταθεί από άλλους ηπιότερους και περισσότερο κοινωνικά
αποδεκτούς όπως
«ανάπηρος» ή «άτομο με μαθησιακές δυσκολίες», «ειδικές ανάγκες,
δυνατότητες και ιδιαιτερότητες». Η νέα αυτή ορολογία αντανακλά τις
σύγχρονες τάσεις της
ευρύτερης κοινωνίας για αναγνώριση των πολύπλευρων ικανοτήτων και
δυνατοτήτων, καθώς και του δικαιώματος για παροχή ίσων ευκαιριών στα
ανάπηρα μέλη της.
Έτσι, τα άτομα με ειδικές ανάγκες άρχισαν σιγά-σιγά να διαδραματίζουν
σημαντικό ρόλο στον επαναπροσδιορισμό της αναπηρίας, στη χάραξη
κοινωνικών και πολιτικών
παροχών προς τους αναπήρους, στην εξάλειψη των διακρίσεως στην
εκπαίδευση, στο επάγγελμα και στη ζωή, στην ταύτιση της ελίτ των ατόμων
με ειδικές ανάγκες
(α.μ.ε.α.) με τη μάζα των αναπήρων, στην αλλαγή της στάσης της
κοινωνίας, αλλά και των ίδιων των αναπήρων απέναντι στην αναπηρία.
Επιπλέον, άρχισαν να
απαιτούν την παροχή ίσων ευκαιριών σε όλους τους τομείς της κοινωνικής
ζωής, κατάφεραν την ψήφιση ευνοϊκής νομοθεσίας και εν μέρει την
αναπροσαρμογή στους
χώρους της εκπαίδευσης και της εργασίας. Τα τελευταία χρόνια, η αλλαγή
των κοινωνικών αντιλήψεων για τον άνθρωπο, η έκρηξη της αντίστασης κατά
των φυλετικών
διακρίσεων, της αποικιοκρατίας και της αντίδρασης σε κάθε είδους
κοινωνική εκμετάλλευση, η θέσπιση ειδικής νομοθεσίας και οι αποφάσεις
δικαστηρίων υπέρ
της ένταξης και κατά του διαχωρισμού, η τάση για συνεχή αναθεώρηση της
παιδαγωγικής θεωρίας και πράξης και οι επίμονοι αγώνες των ίδιων των
α.μ.ε.α συνετέλεσαν
στη διαμόρφωση θετικότερων κοινωνικών στάσεων προς αυτούς. Στην Ευρώπη
αρχικά το πρόβλημά τους είχε γίνει αποδεκτό και σεβαστό και έπειτα
τέθηκαν οι βάσεις
για παρόμοια αντιμετώπιση και από τις υπόλοιπες χώρες.
Στην Ελλάδα από τις αρχές του 20ού αιώνα άρχισε ο αγώνας για την αποδοχή
των αναπήρων ατόμων κυρίως με την ιδιωτική πρωτοβουλία. Η Πολιτεία, από
τα μέσα
του αιώνα, μετά δηλαδή από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, άρχισε με δειλά
βήματα να δραστηριοποιείται. Ο όλεθρος και τα άπειρα ολοκαυτώματα του
πολέμου,
ανάγκασαν τους ανθρώπους να αναλογιστούν και να κατανοήσουν καλύτερα την
ανθρώπινη φύση και τις αδυναμίες τους. Έτσι, σε όλες τις Ευρωπαϊκές
χώρες, ευτυχώς
και στη δική μας, οι άνθρωποι, εγκαταλείποντας σε μεγάλο βαθμό τις
πλάνες, τις προκαταλήψεις και τις συνήθειες του παρελθόντος, αναζήτησαν
με πολλή ενεργητικότητα
νέες μορφές και νέα σχήματα θεραπείας των προβλημάτων και των αναγκών
τους. Μέσα σε αυτό το ευνοϊκό κλίμα άρχισε βαθμιαία να κυριαρχεί η
ανάγκη ίσων ευκαιριών
και δικαιωμάτων για όλους και να αναγνωρίζεται η ξεχωριστή αξία του κάθε
ανθρώπου, ανεξάρτητα απ τη φυσική και πνευματική του κατάσταση. Στο
μεταξύ, λόγω
ελλείψεως εργατικών χεριών κατά τη διάρκεια του πολέμου, αμέσως μετά
δόθηκε η ευκαιρία σε παγκόσμια κλίμακα στους τυφλούς να αποδείξουν τις
δυνατότητές
τους για σημαντική προσφορά αλλά και τις ικανότητές τους για ενεργό
συμβολή σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες.
Οι κοινωνικές προκαταλήψεις, όπως διαπιστώνουμε, είχαν αρχίσει να
περιορίζονται. Όμως πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι δεν επρόκειτο να
εκλείψουν από τη ζωή.
Κι αυτό γιατί οι μελέτες των κοινωνικών φαινομένων ανά τους αιώνες,
απέδειξαν ότι αυτές οι προκαταλήψεις αποτελούν ουσιώδες συστατικό της
εκάστοτε κοινωνίας,
επομένως είναι φαινόμενα ανακυκλούμενα και ανατροφοδοτούμενα. Δηλαδή,
ανάλογα με την εποχή και την ανάπτυξη μιας κοινωνίας, απλώς αλλάζουν
μορφές και τρόπους
εκδήλωσης. Έτσι λοιπόν, όταν μιλάμε για κοινωνικές προκαταλήψεις, δεν
πρέπει να μας φοβίζει η λέξη, ούτε η έννοια που αποδίδεται σε αυτήν. Εδώ
και κάποιες
δεκαετίες το πνευματικό και μορφωτικό επίπεδο βρίσκεται σε υψηλότερες
βαθμίδες απ’ ό,τι παλαιότερα και εκδηλώνουμε έτσι τα συναισθήματά μας με
τρόπο πιο
ανθρώπινο, χωρίς δηλαδή να θίγουν την αξιοπρέπεια του συνανθρώπου μας.
Ως κατάλοιπο των προκαταλήψεων βέβαια μπορεί να θεωρηθεί η διάταξη που
παρεισέφρησε σε νόμο ειδικής αγωγής στη χώρα μας, με πολύ άκομψα μάλιστα
διατύπωση.
Πιο συγκεκριμένα, με το νόμο 1566 του έτους 1985 (ΦΕΚ 167), με τίτλο
«Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και
άλλες διατάξεις»,
παρεχόταν επίδομα ύψους 30% επί του βασικού μισθού σε όλους τους
εργαζομένους στα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα Αναπήρων. Θέλοντας η τότε
κυβέρνηση να ενισχύσει
οικονομικά και άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, πλην των εκπαιδευτικών, βρήκε
αυτόν τον τρόπο ώστε να ευσταθεί η εξαιρετική μεταχείριση τόσο νομικά
όσο και
συνταγματικά, χρησιμοποιώντας έναν αφηρημένο όρο της εργατικής
νομοθεσίας λόγω «δυσμενών συνθηκών εργασίας». Έτσι, στην παράγραφο 6 του
Άρθρου 35 διατυπώνεται
η άποψη ότι στο προσωπικό που υπηρετεί στις σχολικές μονάδες ειδικής
αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, καταβάλλεται κατά μήνα
και για όλο
το έτος επίδομα δυσμενών συνθηκών εργασίας ίσον με το 30% των μηνιαίων
αποδοχών του κατώτερου μισθολογικού κλιμακίου του εισαγωγικού βαθμού
κάθε κλάδου.
Χωρίς περιστροφές, ο νομοθέτης, εκφράζοντας την περί δικαίου συνείδηση
και αντίληψη του λαού, θεωρεί ότι με την παρουσία του και μόνο, ο
ανάπηρος σε κοινούς
χώρους εργασίας δημιουργεί δυσμενείς συνθήκες σε αυτούς που έχουν
αρτιμέλεια και τυγχάνει να εργάζονται ανάμεσα σε αναπήρους, αν και τις
περισσότερες φορές
η επιλογή είναι αποκλειστικά δική τους. Η κακώς νοούμενη σοσιαλιστική
πολιτική της εποχής, μας πήγε δυστυχώς πολύ πίσω, επειδή με τη διάταξη
αυτή αναγνώριζε
επισήμως η Πολιτεία, πως όποιος εργαζόταν στους χώρους των ατόμων με
ειδικές ανάγκες έχριζε επιδόματος. Μια τέτοια διατύπωση, ρατσιστικής
ασφαλώς νοοτροπίας,
προκάλεσε θλίψη και αγανάκτηση στους αναπήρους, διότι έβλεπαν τους
αγώνες τους τόσων χρόνων για παύση της κοινωνικής προκατάληψης, να
μηδενίζονται. Η απαράδεκτη
έκφραση έγινε αντιληπτή από τους ιθύνοντες. Έτσι, η διατύπωση «δυσμενείς
συνθήκες εργασίας», απαλείφθηκε στον τελευταίο Νόμο 2817/2000 «περί
κοινωνικής
αγωγής».
1.4 Οι απαρχές της εκπαίδευσης στην Ευρώπη και οι πρώτες προσπάθειες που
σημειώθηκαν στην Ελλάδα
Η εκπαίδευση των τυφλών έχει μακρά προϊστορία. Το 1178 μ.Χ. ιδρύθηκαν
στο Μέρμιγκεν της Σουηδίας και το 1620 στο Παρίσι άσυλα για τυφλούς. Την
ίδια εποχή
άρχισαν να λειτουργούν στη Δύση και άσυλα για την περίθαλψη των
Σταυροφόρων που τυφλώθηκαν από τραχώματα στην Αίγυπτο. Κατά το 18ο αιώνα
ξεκίνησαν οι πρώτες
προσπάθειες για συστηματική γενική και επαγγελματική αποκατάσταση των
τυφλών και το 1784 ιδρύθηκε στο Παρίσι από τον Valentin Hauy το πρώτο
συστηματικό
ειδικό σχολείο τυφλών.48 Δύο χρόνια αργότερα ο ίδιος εξέδωσε το
μνημειώδες έργο του «Δοκίμιο περί της εκπαιδεύσεως των τυφλών». Ένας
μικρός αριθμών παιδιών
λάμβανε την τυπική εκπαίδευση πριν από αυτή τη χρονολογία, στα τοπικά
σχολεία, μαζί με τα βλέποντα παιδιά.
Με την αναστάτωση που προκάλεσε η Γαλλική επανάσταση, το σχολείο του
Hauy έκλεισε προσωρινά κι εκείνος συνέχισε τη δράση του στο Βερολίνο και
στην Αγία
Πετρούπολη, όπου κι εκεί βοήθησε να ιδρυθούν σχολεία για τυφλά παιδιά.
Στη Βρετανία, τη δεκαετία του 1860, τα σχολεία για τυφλούς ήταν
διαδεδομένα και
αποτελούσαν ανεξάρτητο θεσμό, υποστηρίζονταν από φιλανθρωπικά σωματεία ή
θρησκευτικές οργανώσεις και συχνά διέθεταν εργαστήρια και σπίτια για
τυφλούς ενήλικες,
που ονομάζονταν Άσυλα. Στην αρχή, το ενδιαφέρον των σχολείων
επικεντρωνόταν στη διδασκαλία δεξιοτήτων επιλογής των παιδιών. Για
παράδειγμα, ο κανονισμός
λειτουργίας στο σχολείο του Λίβερπουλ, αναφέρει ότι οι τυφλοί θα
διδάσκονταν μουσική ή μηχανικές τέχνες ώστε να ανακουφίσουν το εαυτό
τους και να είναι
χρήσιμοι στην κοινωνία. Το 1870 άρχισε στη Βρετανία η πρωτοβάθμια
εκπαίδευση όλων των παιδιών και σε γενικά σχολεία εισήλθε μεγάλος
αριθμός τυφλών μαθητών.
Το έτος 1875 στη Σκοτία τα 102 από τα 152 παιδιά φοιτούν σε ιδρύματα για
τυφλούς ενώ τα υπόλοιπα λαμβάνουν τη γενική εκπαίδευση. Το 1888 στο
Λονδίνο υπήρχαν
132 τυφλά παιδιά που παρακολουθούσαν το γενικό σχολείο και μερικές μέρες
λάμβαναν ειδική εκπαίδευση σε κάποιο από τα 18 κέντρα που υπήρχαν. Ήδη
από το
1830 είχαν ιδρυθεί σύλλογοι επισκεπτών σε πολλές πόλεις, με σκοπό να
αναζητούν τυφλούς ενήλικες για να τους διδάξουν ανάγνωση καθώς και
παιδιά που δεν
παρακολουθούσαν το σχολείο. Πολλά από τα τελευταία μεγάλωναν χωρίς
εκπαίδευση επειδή οι γονείς τους δεν είχαν τη δυνατότητα, γιατί
απαιτούνταν μεγάλο χρηματικό
ποσό ή δεν ήθελαν να τα βάλουν εσωτερικά σε κάποιο ίδρυμα.
Στα σχολεία της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών του 19ου αιώνα η
διδασκαλία γινόταν με το σύστημα Braille. Πολλά βιβλία επιστημονικού,
λογοτεχνικού,
ιστορικού, φιλολογικού, μουσικού και μαθηματικού περιεχομένου, γραμμένα
στη μέθοδο αυτή, διδάσκονταν από τις πρώτες κιόλας τάξεις του δημοτικού
μαζί με
τη χειροτεχνία. Τα αγόρια μάθαιναν να κατασκευάζουν σάρωθρα, βούρτσες,
ψάθινα καλάθια, ψάθινες παντόφλες και να δένουν βιβλία. Τα κορίτσια,
αντίστοιχα,
μάθαιναν να πλέκουν καλάθια και να υφαίνουν σε χειροκίνητους αργαλειούς.
Η απώλεια της όρασης ασκεί σημαντική επίδραση στον τρόπο με τον οποίο
ένα άτομο εκτελεί διάφορες δραστηριότητες, λαμβάνει τις πληροφορίες και
γενικότερα
επικοινωνεί. Η εύρεση εναλλακτικών μεθόδων επικοινωνίας είναι ουσιαστική
για την ανεξάρτητη διαβίωσή του. Στην κοινωνία μας η ανάγνωση και η
γραφή ως σημαντικά
μέσα επικοινωνίας αποτελούν ακρογωνιαίους λίθους της ανεξαρτησίας. Για
τους τυφλούς η γραφή Braille δεν είναι απλά ένα μέσο αλφαβητισμού, αλλά
αντιπροσωπεύει
την ανεξαρτησία, την ικανότητα και την ισότητα.
Ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στο παρελθόν διαπιστώνουμε την έντονη
επιθυμία των ατόμων με τύφλωση για την εκμάθηση και χρήση της ανάγνωσης
και της γραφής,
η οποία για να καταλήξει στην τελική μορφή της πέρασε από διάφορα
στάδια. Πρώτος ο Valentin Hauy, «πατέρας των τυφλών», όπως δικαίως
αποκλήθηκε, επιχείρησε
να δημιουργήσει έναν ανάγλυφο τρόπο γραφής, κατασκευάζοντας από σύρμα τα
γράμματα του Ρωμαϊκού αλφαβήτου και πιέζοντάς τα με δύναμη πάνω σε
χοντρό φύλλο
χαρτί για να εμφανίζονται στην αντίθετη πλευρά με ανάγλυφη όψη. Αυτό
ήταν τον 18ο αιώνα το πρώτο σύστημα ανάγλυφης γραφής που χρησιμοποιήθηκε
από τους
τυφλούς μαθητές. Ήταν όμως και το πιο δύσχρηστο και περίπλοκο. Επιπλέον,
διάφοροι άλλοι μέθοδοι επινοήθηκαν για τη διευκόλυνση της εκμάθησης
ανάγνωσης,
όπως κόμποι σε αλληλουχία, κομμένα χάρτινα γράμματα τοποθετημένα στη
σειρά υπό τη μορφή λέξεων, κινητά καλούπια γραμμάτων σε μόλυβδο ή
κασσίτερο, χαραγμένα
γράμματα με ένα αμβλύ εργαλείο σε ταμπλέτες καλυμμένες με κερί ή ξύλινα
γράμματα.
Έναν αιώνα μετά αυτή που θα έδινε την τελική μορφή στο αλφάβητο ήταν η
«κοκίς». Ο Γάλλος λοχαγός του πυροβολικού Charles Barbier de la Serre
δημιούργησε
το πρώτο αλφάβητο με τις δώδεκα κουκίδες. Στη συνέχεια, ο Louis Braille,
έχοντας τη βάση, τελειοποίησε το αλφάβητο, μειώνοντας τις κουκίδες σε
έξι και
κάνοντάς το εύχρηστο και απλό. Το κύτταρο Braille, γνωστό ως εξάστιγμο,
έχει έξι ανάγλυφες κουκίδες-στιγμές, τοποθετημένες όπως το έξι στο
ντόμινο. Ο Λουδοβίκος
Μπράιλ εργάστηκε από το 1837 ως το 1840 για να ολοκληρώσει το σύστημα με
τις κουκίδες, οπότε και το παρουσίασε στην τελική του μορφή. Το 1854,
δύο χρόνια
μετά το θάνατό του, το σύστημα αναγνωρίστηκε επίσημα στη Γαλλία και
γρήγορα σε όλο τον κόσμο, σε όλες τις γλώσσες. Το μόνο που χρειαζόταν
ήταν μια πινακίδα
και ένα είδος στυλό.
Πλέον οι περισσότεροι χρησιμοποιούν τις γραφομηχανές Braille perkins,
στις οποίες, όταν τα πλήκτρα πιέζονται με τον κατάλληλο συνδυασμό,
τυπώνονται στο
χαρτί ανάγλυφα γράμματα και σημεία. Πρόκειται για ένα επαναστατικό
σύστημα εκπαίδευσης, γιατί, μέσω αυτού, αναπληρώνεται η αίσθηση την
όρασης με την αίσθηση
της αφής. Από τους 63 συνολικά συνδυασμούς των στιγμών, σχηματίζονται
όλα τα σύμβολα της γλώσσας, οι αριθμοί και οι φθόγγοι. Τα ανάγλυφα
σύμβολα τυπώνονται
από αριστερά προς τα δεξιά πάνω στο χαρτί. Ο τυφλός ψηλαφίζει με τα άκρα
των δαχτύλων του τις ανάγλυφες στιγμές και αναγνωρίζει τα σύμβολα που
αντιστοιχούν
σε αυτές. Χρησιμοποιεί και τα δύο του χέρια για ταχύτερη και ασφαλέστερη
ανάγνωση.
Από τις αρχές του 20ού αιώνα άρχισαν και στη χώρα μας να δημιουργούνται
οι πρώτες εστίες οργάνωσης της εκπαίδευσης των τυφλών, κυρίως από τον
ιδιωτικό
και φιλανθρωπικό τομέα, καθώς και από την Εκκλησία. Η ιδιωτική
πρωτοβουλία ως το τέλος του Μεσοπολέμου αλλά και αργότερα ήταν
θεμελιωμένη κυρίως στο συναίσθημα
του οίκτου και είχε ως στόχο της κλειστή προστασία των τυφλών σε
ιδρύματα για εσωτερικούς μαθητές και των δύο φύλων, όπου τους παρέχονταν
ειδική αγωγή
και εκπαίδευση, επαγγελματική κατάρτιση και περίθαλψη. Ορισμένοι απ τους
λόγους, που οδήγησαν τις διάφορες ομάδες ιδιωτών, φιλανθρώπων και της
Εκκλησίας
να έχουν το προβάδισμα έναντι του Κράτους στον τομέα της ειδικής αγωγής
των τυφλών και γενικότερα των ατόμων με ειδικές ανάγκες, είναι οι εξής:
• Το παράδειγμα σχετικών πρωτοβουλιών σε χώρες της Δύσης.
• Η ανικανότητα, η αδιαφορία ή αδυναμία του επίσημου Κράτους να
αναλάβεις τις ευθύνες του.
• Ανιδιοτελείς φιλοδοξίες μεμονωμένων ατόμων ή ομάδων πολιτών και της
Εκκλησίας για προσφορά φιλανθρωπικού έργου.
• Ιδιοτελείς φιλοδοξίες μεμονωμένων ατόμων ή ομάδων πολιτών, της
Εκκλησίας και άλλων οργανώσεων για προβολή και άσκηση άτυπης εξουσίας
στον ευρύτερο κοινωνικό
χώρο.
• Η προσφυγή των οικογενειών και των ίδιων των τυφλών προς την ιδιωτική
πρωτοβουλία που, κατά κανόνα, είχε την οικονομική ευχέρεια για παροχή
βοήθειας
προς τα άτομα.
Όπως στην Ευρώπη έτσι και στην Ελλάδα, με κάποια καθυστέρηση βέβαια,
σημειώνεται η σύσταση φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, που απέβλεπαν κυρίως στην
τόνωση του
συναισθήματος της ατομικής πρωτοβουλίας και αυτοβοήθειας. Η φιλανθρωπική
εκκλησιαστική κοινωνική αλληλεγγύη δημιούργησε νέους θεσμούς και
ιδρύματα κοινωνικής
προστασίας. Η ιδιωτική ελεημοσύνη και η ιδιωτική οργανωμένη φιλανθρωπία
έπαιξαν το ρόλο τους, ώσπου η κοινωνική πρόνοια, στην εξέλιξή της κατά
τη μακρά
διαδρομή των αιώνων, απέβαλε σιγά-σιγά το χαρακτήρα της αγαθοεργίας και
αναγνωρίστηκε σαν υποχρέωση του κοινωνικού συνόλου. Το Κράτος πλέον,
αποβλέποντας
στην κοινωνική δικαιοσύνη και ισορροπία, ανέλαβε αρχικά τη βοήθεια και
την περίθαλψη των απόρων κι έπειτα των αναπήρων.
Ο 20ός αιώνας αρχίζει για την Ειδική Αγωγή με την ίδρυση Ειδικών
σχολείων και ιδρυμάτων, με στόχο την προστασία, την εκπαίδευση, την
περίθαλψη και, αργότερα,
την επαγγελματική κατάρτιση. Όλα αυτά συνεπάγονται την κλειστή προστασία
και την ιδρυματική περίθαλψη. Η διαμόρφωση της αντίληψης για ίσα
δικαιώματα και
ίσες ευκαιρίες για τον καθένα, είναι αντιλήψεις που χρονολογούνται στη
μεταπολεμική περίοδο για την Ελλάδα. Ο όρος «Ειδική Αγωγή», με την
παλαιά ονομασία
«Θεραπευτική Αγωγή», ορίζεται ως «η επιστήμη που φροντίζει για τη
μόρφωση, διδασκαλία και πρόνοια όλων των παιδιών που η σωματική ή ψυχική
τους εξέλιξη
εμποδίζεται αδιάκοπα από κοινωνικούς και ατομικούς παράγοντες». Το 1976
έπαψε να χρησιμοποιείται ο παλαιός όρος για να μη συγχέεται με την
ιατρική επιστήμη
και με ειδικά μέσα και μεθόδους διδασκαλίας και διαπαιδαγώγησης
προσπαθεί να ολοκληρώσει, να εναρμονίσει μέσα στο όρια της μορφής και
του βαθμού των εξελικτικών
δυνατοτήτων, την προσωπικότητα των μειονεκτικών παιδιών και να τα
εξοπλίσει με γνώσεις και δεξιότητες.
Οι πρώτες προσπάθειες για την εκπαίδευση των τυφλών στην Ελλάδα άρχισαν
το 1906 με την ίδρυση του «Οίκου Τυφλών» Καλλιθέας που περιλάμβανε
σχολείο και
οικοτροφείο μέχρι το 1979 ως φιλανθρωπικό σωματείο της Αρχιεπισκοπής
Αθηνών. Από το 1979, ύστερα από επίμονους και σκληρούς αγώνες των
τυφλών, γίνεται
Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και μετονομάζεται σε Κέντρο Εκπαίδευσης
και Αποκατάστασης Τυφλών (Κ.Ε.Α.Τ.), το οποίο εποπτεύεται από το
Υπουργείο Υγείας-Πρόνοιας
και έχει ως σκοπό την εφαρμογή εκπαιδευτικών και αποκαταστασιακών
προγραμμάτων, καθώς και την παροχή πολυποίκιλων υπηρεσιών προς τους τυφλούς.
Το 1936 ιδρύεται ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών με έδρα την Αθήνα, ο
οποίος ως σήμερα αποτελεί τον επίσημο κοινωνικοσυνδικαλιστικό φορέα των
ατόμων με
προβλήματα όρασης στη χώρα μας.
Λίγα χρόνια αργότερα δημιουργείται ο «Φάρος Τυφλών της Ελλάδος» στην
Καλλιθέα, με κύριο σκοπό την επαγγελματική τους εκπαίδευση, και στη
Θεσσαλονίκη η
«Οργάνωση Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδος», η οποία ακόμη και σήμερα
λειτουργεί ως σχολείο.
Τα παραπάνω ιδρύματα και κάποια άλλα ακόμη, που συνέβαλαν στην
εκπαίδευση και στην επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών από τις αρχές
του 20ού αιώνα,
θα τα δούμε αναλυτικότερα στη συνέχεια.
--------------------------------------------------------------------------------
ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Φορείς της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής αποκατάστασης των τυφλών
στην Ελλάδα. Ιδιωτικές και δημόσιες παρεμβάσεις.
2.1 «Οίκος Τυφλών»
Στις αρχές του 20ού αιώνα ξεκινά ουσιαστικά η προσπάθεια για την
εκπαίδευση και την αποκατάσταση των ατόμων με προβλήματα όρασης στη χώρα
μας, με στόχο
την καταπολέμηση του αποκλεισμού τους από την κοινωνία και την εργασία.
Το 1906 ήρθε η ιδιωτική πρωτοβουλία με το φιλανθρωπικό έργο να
επιτελέσει ένα σημαντικό
σκοπό και να αναπληρώσει ένα μεγάλο κενό· στόχος της προσπάθειας ήταν η
προστασία και η εκπαίδευση των τυφλών παιδιών. Μέχρι τότε καμία παρόμοια
κίνηση
δεν είχε γίνει στην Ελλάδα και καμία φροντίδα δεν είχε ληφθεί.
Η σύλληψη της ιδέας ιδρύσεως του «Οίκου Τυφλών» οφείλεται στον τότε
πρόεδρο του «Συλλόγου προς διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων» Δημήτριο Βικέλα, ο
οποίος, μαζί
με το φίλο του ποιητή Γεώργιο Δροσίνη, την υπέβαλαν στον τότε
Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Θεόκλητο. Το καταστατικό για τη
σύσταση του σωματείου
της προστασίας των τυφλών υπογράφτηκε και εγκρίθηκε με Βασιλικό Διάταγμα
στις 24 Μαΐου 1906, υπό την προστασία της Α.Β.Υ. της Πριγκίπισσας Μαρίας
κι έτσι
ιδρύθηκε στην Καλλιθέα Αθηνών φιλανθρωπική Εταιρία υπό την επωνυμία
«Οίκος Τυφλών».
Σύμφωνα με το καταστατικό η φιλανθρωπική Εταιρία διοικούνταν από
πενταμελή Εφορεία με πρόεδρο τον Αρχιεπίσκοπο Θεόκλητο και είχε τεθεί
υπό τη σκέπη και
την προστασία της Εκκλησίας. Η Ειρήνη Λασκαρίδου, γεννημένη το 1898 στην
Αθήνα και με γονείς μορφωμένους και διανοούμενους, ύστερα από υπόδειξη
του Δ.
Βικέλα μετέβη στη Γαλλία και φοίτησε για ένα χρόνο στη Σχολή Τυφλών της
Μελούζης. Αφού έλαβε το σχετικό προς τις σπουδές της δίπλωμα, περιήλθε
σε διάφορες
χώρες, όπως τη Σουηδία και τη Γερμανία, για να παρακολουθήσει
επιπρόσθετα μαθήματα και να συμπληρώσει τις γνώσεις της στην εκπαίδευση
των τυφλών.
Μαζί με τις πρώτες αυτές προσπάθειες, σημαντικός υπήρξε και ο ρόλος των
δωρεών, που στάθηκαν αρωγοί στο σημαντικό έργο που επιτελούνταν, καθώς
και οι φιλανθρωπίες
όλων των Ελλήνων. Χωρίς την ενίσχυσή τους δε θα ήταν δυνατή η λειτουργία
και η πρόοδος του ιδρύματος.
Τα πρώτα έξοδα λειτουργίας και διοίκησης καλύφθηκαν από τη γενναία
συνδρομή των Αιγύπτιων ομογενών. Αρχικά στο κτίριο λειτούργησε μόνο
νηπιαγωγείο και
ο πρώτος μαθητής ήταν ο Κυριάκος Αντωνίου στις 10 Ιανουαρίου 1907. Τρεις
μήνες αργότερα ήρθε και η τυφλή Σταματίνα Μπατίστα. Δύο χρόνια μετά η
Σχολή Τυφλών
βραβεύεται από την Ελληνική κοινότητα της Τεργέστης για την
υποδειγματική οργάνωση και τη λειτουργία της. Η Εκκλησία, με απόφαση της
Ιεράς Συνόδου, αποφάσισε
ετήσια περιφορά δίσκου σε όλες τις Μητροπόλεις, Επισκοπές και Εκκλησίες
του Κράτους, κατά την ετήσια θρησκευτική εορτή της «Κυριακής του Τυφλού»
και μέρος
των χρημάτων του δίσκου παρείχετο στον Οίκο Τυφλών.
Η ίδρυση του Ιδρύματος συγκίνησε τα φιλανθρωπικά αισθήματα όλων των
Ελλήνων. Μετά από ενέργειες του γραμματέα Ιωάννη Αθανασάκη, οι τέσσερις
από τους κληρονόμους
του Νικολάου Δ. Άμπετ, αποφάσισαν να διαθέσουν υπέρ του Οίκου Τυφλών το
μισό ποσό των 6.000 Αιγυπτιακών λυρών. Τμήμα του ποσού αυτού
χρησιμοποιήθηκε για
την αγορά γηπέδου, δίπλα απ την Αγία Ελεούσα Καλλιθέας, όπου το 1912
ανεγέρθη το μεγάλο κτίριο της εταιρίας, το «Αμπέτειο Μέλαθρον», όπου
εγκαταστάθηκαν
η Διεύθυνση, τα Οικοτροφεία, οι Σχολές και τα Εργαστήρια.
Το κτίριο ήταν σε θέση να περιλάβει περίπου εκατό τροφίμους, παρέχοντας
ευκολία, άνεση και διδασκαλία, όμως ως τότε ο αριθμός των τροφίμων
έφτανε τους
είκοσι γιατί τα οικονομικά δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι δεκαπέντε απ τα παιδιά που
έμεναν μέσα
στον Οίκο Τυφλών συντηρούνταν με χρήματα της Εθνικής Τράπεζας, της
Τράπεζας Αθηνών και από ιδιωτικές πρωτοβουλίες.
Η πολεμική περίοδος του 1912-1913, όπως ήταν αναμενόμενο, συντάραξε με
κάθε τρόπο το Ίδρυμα, που όμως, παρόλα αυτά, κατάφερε να ορθοποδήσει και
να συνεχίσει
την πορεία του. Η οικονομική θέση της Εταιρίας επιδεινώθηκε το έτος
1916, οπότε ελαττώθηκαν οι πόροι και οι αποστολές πρώτων υλών
χειροτεχνίας από το εξωτερικό,
λόγω του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Οι σχολές συμπτύχθηκαν και αρκετοί
δάσκαλοι και βοηθητικό προσωπικό αποχώρησαν. Η Εταιρία αποφάσισε την
προσωρινή αναστολή
λειτουργίας του Ιδρύματος.
Ένα χρόνο αργότερα, συμπληρώθηκαν δέκα έτη από την ίδρυση του Οίκου
Τυφλών, και τον βρίσκουν να παλεύει ώστε να συνεχίσει την εύρυθμη
λειτουργία του. Ο
έρανος της «Κυριακής του Τυφλού», οι ομογενείς του εξωτερικού και ο
Ερυθρός Σταυρός βοήθησαν οικονομικά το Ίδρυμα και το κατέστησαν ικανό να
δεχτεί μερικούς
ακόμα νέους τροφίμους. Ο ισολογισμός του Δεκεμβρίου του επόμενου έτους
έκλεισε με περίσσευμα.
Κατά το 1921 ο αριθμός των παιδιών που διέμεναν στον Οίκο Τυφλών
ανερχόταν στους 33, από τους οποίους 4 αναλάμβανε το Υπουργείο
Περιθάλψεως. Κατά την περίοδο
της Μικρασιατικής συμφοράς, επιτάχθηκαν πολλά δωμάτια της «Αμπετείου
Σχολής», όπου και εγκαθίστανται οι πρόσφυγες. Λόγω του σφοδρού πολέμου ο
αριθμός των
τυφλών μαθητών αυξήθηκε στους 56. Από αυτούς, οι 12 ήταν πρόσφυγες, και
την περίθαλψη τους ανέλαβε το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας.
Από το 1924 κι έπειτα ο «Οίκος Τυφλών» προοδεύει σταθερά για την
εκπλήρωση του ανθρωπιστικού του σκοπού. Κατά το ίδιο έτος ο Σπυρίδων
Νικολόπουλος, ομογενής
από το Μάντσεστερ, ύστερα από επιτυχημένη εγχείρηση στα μάτια του,
προσφέρει δωρεά 1.000.000 δραχμών στο Ίδρυμα. Αγοράζεται τότε στην
Καλλιθέα κτήμα, επί
των οδών Πριάμου και Ανακρέοντος, όπου και στεγάζεται η «Νικολοπούλειος
Επαγγελματική Σχολή» και το «Νικολοπούλειο Οικοτροφείο», στο οποίο
στεγάζονται
μαθητές άρρενες άνω των 12 ετών, παρακολουθώντας εργαστηριακά μαθήματα.
Το 1928 στο προαύλιο του «Αμπετείου» οικοδομείται νέο κτίριο που
προορίζεται για Οικοτροφείο Θηλέων. Προστίθενται ακόμη δύο δωμάτια: το
ένα λειτουργεί
ως τυπογραφείο και βιβλιοθήκη και το άλλο ως ιματιοθήκη. Λειτουργούν ήδη
τέσσερις πλήρεις τάξεις δημοτικού με ειδική διετή νηπιακή εκπαίδευση,
απαραίτητη
για την αφύπνιση όλων των δυνάμεων των μικρών τυφλών. Παράλληλα,
παρέχονται και οι πρώτες γνώσεις της αγγλικής και της γαλλικής γλώσσας
και συστηματοποιείται
η διδασκαλία της ενόργανης μουσικής στους προικισμένους μαθητές.
Επιπλέον, λαμβάνεται υπόψη και η σωματική διάπλαση των τροφίμων και
συγκροτείται ειδικό
γυμναστήριο με τον απαραίτητο εξοπλισμό, διοργανώνονται εκδρομές,
θαλάσσια μπάνια και χοροεσπερίδες για την ψυχαγωγία τους.
Κατά το 1929, χάρη στην απόκτηση των προαναφερθέντων παραρτημάτων, το
Ίδρυμα ήταν σε θέση να προσφέρει περίθαλψη και εκπαίδευση, πράγμα το
οποίο και έπραξε,
σε 70 τυφλά παιδιά, αγόρια και κορίτσια. Το 1936 αποχωρεί οικειοθελώς η
Ειρήνη Λασκαρίδου, συμπληρώνοντας μια τριακονταετία ως διευθύντρια και
τη διαδέχεται
η Ευφροσύνη Λεοναράκη, η οποία τελεί χρέη διευθύντριας για τρία χρόνια.
Πρόεδρος του «Οίκου Τυφλών» είναι για 15 χρόνια ο Μακαριότατος
Αρχιεπίσκοπος Αθηνών
και πάσης Ελλάδος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του
στους φτωχούς και στους αδύναμους.
Μέχρι να φτάσουμε στην περίοδο της Κατοχής το Ίδρυμα πορεύεται με ταχύ
βήμα και προσφέρει τη βοήθειά του στα τυφλά παιδιά. Το 1943 οι Γερμανοί
επιτάσσουν
όλο το σχολικό, εργαστηριακό συγκρότημα και το χρησιμοποιούν ως
πολεμικές εγκαταστάσεις και ασύρματο. Το σχολείο, οι σχολές και τα
εργαστήρια συμπτύσσονται
στο «Νικολοπούλειο» και σε ένα πολύ μικρό χώρο παρατάσσονται τα θρανία
και τα μουσικά όργανα για την εκπαίδευση των μαθητών. Τα μαθήματα
συνεχίζονται και
κάτω από αυτές τις συνθήκες χωρίς να διακοπούν. Ο Ελληνικός και Διεθνής
Ερυθρός Σταυρός προσφέρει τρόφιμα και φάρμακα στους μικρούς τροφίμους.
Η υποχώρηση του κατακτητή συνεπάγεται και υλικές ζημιές, καθώς
ανατινάσσονται τα σημαντικότερα τμήματα της Σχολής, με καταστροφικές
συνέπειες για όλο το
κτίριο. Την καταστροφή συμπληρώνουν και οι λεηλασίες του Εθνικού Λαϊκού
Απελευθερωτικού Στρατού (Ε.Λ.Α.Σ.) στην κινητή περιουσία του κτιρίου.
Μετά τα Δεκεμβριανά, το 1945, το Ίδρυμα «Εγγύς Ανατολή» αναλαμβάνει την
επισκευή του κτιριακού συγκροτήματος και την ετήσια διατροφή 30 τυφλών
παιδιών.
Το ίδιο έτος αυξάνεται η περιουσία του «Οίκου Τυφλών», χάρη στην
κληρονομιά που άφησε ο Σπυρίδωνας Καραπάνος. Το 1946 επισκέφτηκε το
σχολείο η παγκοσμίου
φήμης τυφλοκωφή Έλεν Κέλλερ και εξέφρασε τον ενθουσιασμό της στη
νοηματική γλώσσα για το έργο που επιτελείται.
Δύο χρόνια αργότερα η επικουρία των φιλανθρωπιών επέτρεψε στο
οικοτροφείο να αγοράσει νέο κινητό εξοπλισμό και τέθηκε επί τάπητος το
εκπαιδευτικό ζήτημα.
Η τότε διευθύντρια κυρία Παπαδοπούλου προσπάθησε να προσαρμόσει τη
διδασκαλία της σχολής στην αναπηρία των μαθητών και να την καταστήσει
πιο σύγχρονη,
με νέες μεθόδους. Το βασικό βέβαια πρόγραμμα παρέμεινε ίδιο, δηλαδή σαν
αυτό του πλήρους δημοτικού σχολείου. Για την εφαρμογή των νέων
εκπαιδευτικών συστημάτων
και τη βελτίωση του εκπαιδευτικού προγράμματος διορίστηκε εκπαιδευτικός
διευθυντής ο Μανώλης Κεφάκης, τρόφιμος του «Οίκου Τυφλών» και απόφοιτος
του Γυμνασίου.
Ο Κεφάκης ήταν ήδη τότε καθηγητής θεωρητικών μαθημάτων, μουσικών και
πνευστών οργάνων στη σχολή. Ύστερα από ειδική μετεκπαίδευση στο
Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ
των Ηνωμένων Πολιτειών και αφού απέκτησε το δίπλωμα αγγλικής φιλολογίας
και συναφών μαθημάτων ψυχολογίας για τυφλούς, ανέλαβε να δώσει νέα πνοή
και αισιοδοξία
στους τυφλούς μαθητές του Ιδρύματος. Στο πλαίσιο αυτής της εκπαιδευτικής
αναπροσαρμογής αναλαμβάνεται η διδακτική κατάρτιση του εκπαιδευτικού
προσωπικού
και εγκαταλείπεται η αφηρημένη θεωρητική διδασκαλία. Στόχος πλέον είναι
οι μαθητές να στραφούν προς τις πρακτικές και ρεαλιστικές μεθόδους
διδασκαλίας.
Το δύσκολο στην περίπτωση είναι ότι πρέπει οι δάσκαλοι να λάβουν υπόψη
τους την ηλικία του κάθε μαθητή, την κατάσταση του οικογενειακού
περιβάλλοντος από
το οποίο έχει προέλθει και την ηλικία στην οποία τυφλώθηκε, ώστε η τάξη
να αποτελείται από ομοιογενή στοιχεία. Το ίδιο έτος ιδρύεται ειδικό
τμήμα για την
εκπαίδευση μιας τυφλοκωφής, με το όνομα Αγγελική, η οποία βρέθηκε από
την αστυνομία εγκαταλειμμένη στο Άσυλο Ανιάτων. Ο «Οίκος Τυφλός» την
πήρε από το
Σύλλογο Ανιάτων, όπου την είχαν μεταφέρει, και επειδή τη βρήκαν στην
Αθήνα, της έδωσαν το επώνυμο Αθηναίου. Η πρώτη της δασκάλα εκεί ήταν η
Μίνα Δημητριάδου,
που είχε σπουδάσει στη Ρώμη και είχε διδαχτεί το σουηδικό δαχτυλικό
αλφάβητο. Ερχόμενη στην Ελλάδα, το προσάρμοσε στα Ελληνικά, βάζοντας τα
γράμματα του
Ελληνικού Αλφαβήτου στις φάλαγγες των δαχτύλων με τη σειρά, αρχίζοντας
από τον αντίχειρα. Το τυφλοκωφό κορίτσι πρώτα έμαθε να παίζει με την
πλαστελίνη,
μετά να πλέκει με κλωστές, να συγυρίζει το χώρο της και έπειτα να γράφει
και να διαβάζει όσο καλύτερα μπορούσε. Έπειτα ήρθαν και άλλα δύο παιδιά,
ένα αγόρι,
πολύ καλός μαθητής, και ένα κορίτσι τυφλοκωφό, με νοητική στέρηση.
Κατά την περίοδο εκείνη συνέβη και το πιο ευτυχές γεγονός στην ιστορία
του Ιδρύματος. Δύο παιδιά, μαθητές του σχολείου, που είχαν περισωθεί από
το «παιδομάζωμα
των συμμοριτών», έπειτα από δύο διαδοχικές εγχειρήσεις μέσα σε διάστημα
έξι μηνών, κατάφεραν να δουν ξανά καθαρά και από τα δύο τους μάτια.
Καθώς πλέον
δεν μπορούσαν να μένουν στο Ίδρυμα μεταφέρθηκαν σε μία από τις
Παιδουπόλεις της βασίλισσας Φρειδερίκης.
Ήδη η φιλανθρωπική δράση του «Οίκου Τυφλών» άρχισε να γίνεται γνωστή
στην Αμερική, χάρη στους καλούς φίλους του Ιδρύματος, ομογενείς
εγκατεστημένους στις
Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα, και η διευθύντρια της Σχολής
παρακολουθούσε εκεί νέες μεθόδους και συστήματα εκπαίδευσης για τυφλούς
και είχε την ευκαιρία
να δώσει σειρά διαλέξεων και ραδιοφωνικών ομιλιών σχετικά με τη
φιλάνθρωπο προσπάθεια των Ελλήνων υπέρ των τυφλών και για τη δράση του
Ιδρύματος.
Τα μέσα του 20ού αιώνα βρήκαν τον «Οίκο Τυφλών» πάντα επικεφαλής στην
πρόνοια των τυφλών. Ιδιαίτερη προσοχή, το 1950, δόθηκε στην
επαγγελματική εκπαίδευση
των τροφίμων. Ως φορέας ιδρύει ομάδες Προσκόπων και Οδηγούς, οι οποίοι
βοηθούν και διδάσκουν στα μικρά τυφλά παιδιά την αλληλεγγύη και το
πνεύμα της αυτοπεποίθησης
και της πρωτοβουλίας.
Το 1951 η Σχολή έστειλε ως εκθέματα στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης τα
προϊόντα της χειροτεχνίας των τροφίμων. Τόσο καλή εντύπωση έκαναν στη
βασίλισσα Φρειδερίκη
ώστε αγόρασε τα εκτεθειμένα πλεκτά έπιπλα ενός μικρού σαλονιού,
φτιαγμένο από τα χέρια των παιδιών της Σχολής. Στην Έκθεση, ο Οίκος
Τυφλών έλαβε και το
χρυσό μετάλλιο.
Το 1952 ιδρύθηκε και ειδική τάξη για την εκπαίδευση των τυφλών παιδιών
με νοητικά προβλήματα, με δασκάλα την ημίτυφλη, παλαιά τρόφιμο,
δεσποινίδα Φούλα
Τσόγκα, η οποία, με υποτροφία στην Ελβετία, είχε λάβει σχετική
εκπαίδευση, χωρίς όμως να είναι επαρκής για σωστή διδασκαλία.
Το ίδιο έτος άρχισαν να παρουσιάζονται κάποια οικονομικά προβλήματα και
ο Οίκος Τυφλών απευθύνθηκε στη βασίλισσα και ζήτησε την αρωγή της. Αυτή,
έκανε
έρανο στη Βόρεια Ελλάδα, και το χρηματικό ποσό των 100.000.000 δραχμών
παλαιάς κοπής που συγκεντρώθηκε, το έστειλε ως ενίσχυση. Παράλληλα,
στάλθηκαν από
την Αμερική μικρά και μεγάλα εμβάσματα σε χαρτονομίσματα ή επιταγές
συνοδευόμενα με λόγια φιλανθρωπικού ενδιαφέροντος εκ μέρους κάποιου
Έλληνα μετανάστη,
που δεν λησμόνησε τη γενέτειρά του.
Το 1979 αποτελεί χρονιά ορόσημο. Ο μέχρι τότε «Οίκος Τυφλών», με
Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ 74, Τεύχος Α΄), μετατρέπεται από Φιλανθρωπικό
Ίδρυμα σε Νομικό
Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, με το όνομα Κέντρο Εκπαιδεύσεως και
Αποκαταστάσεως Τυφλών (Κ.Ε.Α.Τ). Σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Προεδρικού
Διατάγματος σκοπός
του Κ.Ε.Α.Τ. είναι:
α) Η κάλυψη και η αντιμετώπιση των εκπαιδευτικών, επαγγελματικών και
πνευματικών αναγκών των τυφλών από τη βρεφική ηλικία μέχρι την πλήρη
αποκατάστασή
τους και την ένταξή τους στην κοινωνία ως ανεξάρτητα και παραγωγικά μέλη.
β) Η εφαρμογή σύγχρονων μεθόδων και προγραμμάτων εκπαιδεύσεως φυσικής
και κοινωνικής προσαρμογής, όπως και η χρήση και η χορήγηση ειδικών
μέσων και οργάνων
της σύγχρονης τεχνολογίας και επιστήμης, ώστε να αξιοποιηθούν όλες οι
δυνατότητες των τυφλών και να διευκολυνθεί η ζωή τους.
γ) Η έρευνα για τη βελτίωση των μεθόδων αποκατάστασης και η επιστημονική
αντιμετώπιση των οικογενειακών και κοινωνικών επιπτώσεων της τυφλότητας,
όπως
και η οργάνωση ενός συστήματος αναζήτησης και η καταγραφή των τυφλών
στην Ελλάδα.
δ) Η κατάλληλη ενημέρωση της κοινωνίας και ειδικότερα των εργοδοτών για
τις πραγματικές ικανότητες των τυφλών, η κατάργηση πάσης φύσεως
κοινωνικής προκατάληψης
και η αναγνώριση ίσων ευκαιριών και δυνατοτήτων για πλήρη και ενεργή
συμμετοχή τους σε όλες τις δραστηριότητες της ζωής.
ε) Η πρόληψη της τύφλωσης, η διόρθωση οφθαλμολογικών ελαττωμάτων και η
έγκυρη θεραπεία οφθαλμολογικών παθήσεων, αν αυτό ήταν δυνατόν.
στ) Η ίδρυση κατάλληλων Ιδρυμάτων μόνιμης περίθαλψης για τυφλούς, οι
οποίοι λόγω πολλαπλής αναπηρίας ή ηλικίας δε δύνανται να ενταχθούν στα
προγράμματα
αποκαταστάσεως και χρήζουν μόνιμης προστασίας.
Με τα υπόλοιπα άρθρα του Προεδρικού διατάγματος οριζόταν το Διοικητικό
Συμβούλιο, οι αρμοδιότητές του και η λειτουργία του. Οριζόταν, επίσης, η
βασική
διάρθρωση των υπηρεσιών, οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης, του Προέδρου,
του Δικαστικού Γραφείου, του Σχολείου, διατυπωνόταν ο εσωτερικός
κανονισμός για
την εύρυθμη λειτουργία του Κ.Ε.Α.Τ., ο προληπτικός έλεγχος για πάσης
φύσεως δαπάνες του Ιδρύματος και όλη η ακίνητη περιουσία και τα
περιουσιακά στοιχεία
του Οίκου Τυφλών περνούσαν στον έλεγχο του Κ.Ε.Α.Τ.
Σύμφωνα με το Άρθρο 10 και τις αρμοδιότητες του Σχολείου αναφερόταν ότι:
Το Σχολείο είναι αρμόδιο για πάσης φύσεως επαγγελματική, τεχνική και
στοιχειώδη
εκπαίδευση συμφώνως προς το καταρτιζόμενο πρόγραμμα υπό του Τμήματος
εκπαιδεύσεως και αρμόδια για τη φροντιστηριακή προετοιμασία των φοιτητών
του στα σχολεία
μέσης εκπαίδευσης.60
2.2 «Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών»
Ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών ιδρύθηκε το 1932 και ήταν ο πρώτος φορέας
αυτοοργάνωσης των τυφλών στη χώρα μας, αλλά και όλων των ατόμων με
αναπηρίες.
Η μακρά του πορεία συμπληρώνει μια ενδιαφέρουσα ιστορία κοινωνικών και
συνδικαλιστικών αγώνων, ήδη από την πρώτη δεκαετία του 1930. Από την
αρχή της ίδρυσής
του, οι οργανωμένοι τυφλοί αμφισβήτησαν την απρόσκλητη παρέμβαση της
φιλανθρωπίας και όλων των αρνητικών συνεπειών της, διεκδικώντας
αγωνιστικά και με
τον πιο αποφασιστικό τρόπο, το δικαίωμα στην εργασία, την ίση συμμετοχή
στη ζωή, στην ειδική εκπαίδευση, στην επαγγελματική κατάρτιση και την
ισότιμη συμμετοχή
στην κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ζωή, όπως προβλέπει άλλωστε
και το ελληνικό Σύνταγμα. Με σκοπό την εκπλήρωση αυτών των στόχων
επιχείρησε ο ίδιος
ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών, να ιδρύσει τα πρώτα τυπογραφεία Braille
και εργαστήρια σκουπών και βουρτσών, σαν κάλυψη στις ανάγκες του καιρού.
Το έτος 1948 είχαν καταγραφεί 250 τυφλά μέλη, τα περισσότερα από τα
οποία κατοικούσαν εντός της περιφέρεις Αθηνών και Πειραιώς. Όπως
αναφέρει και το καταστατικό
του, σκοπός της οργάνωσης ήταν η παροχή παντός είδους υλικής και
διοικητικής βοήθειας, συμπεριλαμβανομένης της ιδρύσεως εργαστηρίων προς
εκπαίδευση και
πρόσληψη σε εργασία, η οικονομική βοήθεια, προσωρινή ιατρική υπηρεσία,
μουσική διδασκαλία, δημοσιεύσεις περιοδικών σε γραφή Braille, καθώς και
η γενική
ανύψωση του επιπέδου της ζωής της κοινότητας των τυφλών.
Το 1951 και για πρώτη φορά επετράπη η είσοδος των τυφλών στη μέση και
αργότερα στην ανώτατη εκπαίδευση. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 μια
δυναμική
διαμαρτυρία των τυφλών, συγκεκριμένα το 1963, έξω από το Υπουργείο
Υγείας και Πρόνοιας, ανάγκασε τον τότε υπουργό να εφαρμόσει, ένα χρόνο
αργότερα, το
Νόμο 1904/51 και να προχωρήσει στην πρώτη καταβολή προνοιακής
οικονομικής ενίσχυσης σε περιορισμένο αριθμό δικαιούχων. Το κίνημα σιγά-
σιγά, με τη στήριξη
του Πανελλήνιου Συνδέσμου δυνάμωσε και το 1975 συγχωνεύθηκε μαζί με
αυτόν το Εθνικό Συμβούλιο Τυφλών Ελλάδος.
Έτσι, ο Πανελλήνιος Σύλλογος Τυφλών ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο με την
προσχώρηση σε αυτόν στελεχών με μεγαλύτερη κατάρτιση και εμπειρία.
Σημαντικότερη
και κορυφαία στιγμή του Συνδέσμου και ολόκληρου του κινήματος των
Ελλήνων τυφλών, αναδείχθηκε η 2α Μαΐου 1976, με την κατάληψη του τότε
«Οίκου Τυφλών»,
γεγονός που αποτέλεσε τη βάση μιας μακρόχρονης αγωνιστικής περιόδου,
όπου οι τυφλοί με κεντρικά συνθήματα «Ψωμί, δουλειά και όχι ζητιανιά»
και «Ψωμί, Παιδεία
και όχι Επαιτεία» έθεσαν στην Πολιτεία τα κυριότερα αιτήματα και
απαίτησαν ιεραρχικά την επίλυσή τους.
2.3 «Φάρος Τυφλών της Ελλάδος»
Το Σωματείο «Φάρος Τυφλών Ελλάδος» λειτουργούσε από το έτος 1946, ως
Φιλανθρωπικό Σωματείο Προστασίας των Τυφλών μέχρι τον Ιανουάριο του
1973. Από τότε,
και σύμφωνα με το Βασιλικό Διάταγμα υπ’ αριθμόν 38, της 16-1-73 (ΦΕΚ 10
τεύχος α’ «Περί συστάσεως Ιδρύματος εν Αθήναις», υπό την επωνυμία
«Ίδρυμα Προσαρμογής
και Αποκαταστάσεως Τυφλών») λειτουργεί ως Ίδρυμα Νομικού Προσώπου
Ιδιωτικού Δικαίου και εποπτεύεται από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας.64
Πρέπει να τονιστεί ότι ως Φορέας δεν προέκυψε από κάποιο κληροδότημα,
αλλά υπήρξε αποτέλεσμα συνειδητών ενεργειών, υπεύθυνων διαβουλεύσεων
μέσα στο πνεύμα
της αγωνίας που διακατείχε την ανθρωπότητα και γενικά ύστερα από τη δίνη
και τις οδύνες του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο απίστευτος όλεθρος και
τα άπειρα
ολοκαυτώματα των συγκρούσεων, ανάγκασαν τους ανθρώπους να κοιτάξουν
βαθύτερα μέσα τους και να κατανοήσουν ουσιαστικότερα την ανθρώπινη φύση,
τη δύναμη
και τις αδυναμίες τους. Στις περισσότερες χώρες, όπως και στη δική μας,
άρχισαν να εγκαταλείπονται οι πλάνες, οι προκαταλήψεις και οι συνήθειες
του παρελθόντος
και αναζητήθηκαν νέες μορφές και νέα σχήματα θεραπείας των προβλημάτων
και των ανθρώπινων αναγκών. Μέσα σε αυτό το κλίμα άρχισε να ριζώνει η
ανάγκη ίσων
δικαιωμάτων και ίσων ευκαιριών για όλους και να αναγνωρίζεται η
ξεχωριστή αξία του κάθε ανθρώπου, ανεξάρτητα από τη φυσική ή πνευματική
του κατάσταση.
Εν τω μεταξύ, λόγω ελλείψεως εργατικών χεριών κατά τη διάρκεια του
Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και αμέσως μετά, δόθηκε, σε παγκόσμια
κλίμακα, στους
τυφλούς η ευκαιρία να αποδείξουν τις δυνατότητές τους για σημαντική
προσφορά και τις ικανότητές τους, για ενεργό συμβολή σε όλες τις
ανθρώπινες δραστηριότητες.
Με την ίδρυσή της, το 1946, η νέα Οργάνωση προσανατολίστηκε σε μια
πρωτοφανή ως τότε για τον τόπο δυναμική πρακτική, που, εγκαταλείποντας
την τακτική της
προστασίας των αδυναμιών που συνεπάγεται η τυφλότητα, εισήγαγε για πρώτη
φορά στη χώρα μας την ιδέα της αναπτύξεως, των δυνατοτήτων, ικανοτήτων
και ειδικών
δεξιοτήτων των τυφλών και την αξιοποίησή τους, μέσα από κατάλληλα
προγράμματα αναπτύξεως.
Παράλληλα, με ένα προσεκτικά επιλεγμένο πρόγραμμα σωστής διαφωτίσεως της
κοινωνίας, ιδίως Κοινωνικών, Οικονομικών Οργανώσεων και Εργοδοτικών
κύκλων, καθώς
και την ενημέρωση των αρχών πάνω στις διεθνείς σύγχρονες πρακτικές και
με τη συνεργασία τους, δημιούργησε τις κατάλληλες ευκαιρίες που θα
επέτρεπαν στους
τυφλούς να αξιοποιήσουν το ταλέντο τους για μια αυτοδύναμη συμμετοχή και
ενεργό κοινωνική ένταξη. Έτσι, μεθοδικά, βαθμιαία αλλά σταθερά σε ρυθμό
που επέτρεπε
και η προσπάθεια της εξασφάλισης των απαραίτητων πόρων, ο Φάρος Τυφλών
προώθησε το πολύπλευρο έργο του που περιελάμβανε:
α) Την εισήγηση για την πρώτη βασική νομοθεσία για τους τυφλούς.
β) Άνοιξε το δρόμο για τη Μέση και Ανώτερη εκπαίδευση.
γ) Φρόντισε για την παραγωγή βιβλίων με την ίδρυση του πρώτου στην
Ελλάδα τυπογραφείου γραφής Braille.
δ) Οργάνωσε το πρώτο συστηματικό studio ομιλούντων βιβλίων (talking books).
ε) Δημιούργησε τις πρώτες ευκαιρίες για προστατευόμενη εργασία με αμοιβή.
στ) Εισήγαγε και κατοχύρωσε νομοθετικά το θεσμό των προστατευόμενων
εργαστηρίων, κατοχυρώνοντας παράλληλα και το δικαίωμα των τυφλών
εργατών, για ίση αμοιβή
και ασφάλιση σύμφωνα με τις εθνικές συλλογικές συμβάσεις.
ζ) Ταυτόχρονα, διευρύνοντας τις ευκαιρίες στην ανοιχτή αγορά εργασίας,
επέλεξε το επάγγελμα του χειριστού τηλεφωνικών κέντρων, δημιουργώντας τη
Σχολή Τυφλών
Τηλεφωνητών. Για το συγκεκριμένο επάγγελμα θα γίνει όμως λόγος στη συνέχεια.
Συνεχής επίσης υπήρξε η συμβολή του Φάρου στη γενικότερη προσπάθεια για
τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και ευνοϊκών όρων συνταξιοδότησης των
εργαζόμενων
τυφλών. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί η ιδιαίτερη αξία και
χρησιμότητα που είχε η ενεργός συμμετοχή της Οργάνωσης στις διεθνείς
κινήσεις για την προώθηση,
σε παγκόσμια κλίμακα, των υποθέσεων των τυφλών και την επεξεργασία
ομοιόμορφων, κατά το δυνατόν, μεθόδων, μέσων και προγραμμάτων, προς
αντιμετώπιση των
προβλημάτων τυφλότητας. Σαν οργάνωση έλαβε μέρος στο Ιδρυτικό Συνέδριο
του Παγκοσμίου Συμβουλίου Τυφλών στην Οξφόρδη, το 1949, μετείχε ως
ιδρυτικό μέλος
στη δημιουργία του Διεθνούς Συμβουλίου Ειδικών Εκπαιδευτικών για Τυφλούς
στην Ολλανδία, το 1952, και, κατόπιν εντολής, επεξεργάστηκε και
προσάρμοσε το
Ελληνικό αλφάβητο Braille σύμφωνα με τις οδηγίες της Unesco (same sign
same sound), το οποίο εγκρίθηκε σε ειδικό Συνέδριο το 1950 στο Παρίσι
και από τότε
χρησιμοποιείται επίσημα στην Ελλάδα.
Σε συνεργασία με Διεθνείς Οργανώσεις και με την παραίνεση των Ηνωμένων
Εθνών να διευρυνθεί ο τομέας των δυνατοτήτων για αποκατάσταση των τυφλών
σε αγροτικές
ασχολίες, ο «Φάρος» ήρθε αρωγός και ανέλαβε να κατευθύνει την προσπάθεια
του αδελφού σωματείου «Ελληνοαμερικανοί φίλοι των τυφλών της Ελλάδος»,
στη δημιουργία
και λειτουργία της Αγροτικής και Τεχνικής Σχολής Σεπολίων. Η τελευταία,
μέσα από ένα αξιόλογα οργανωμένο πειραματικό πρόγραμμα με δασκάλους και
διδασκόμενους
τυφλούς, απέδειξε τις δυνατότητες των τυφλών και στον αγροτικό τομέα
διεθνή απήχηση. Στη Σχολή, εκτός από τα κύρια προγράμματα συστηματικής
πτηνοτροφίας
και ζωοκομίας, έγιναν και τα πρώτα επιτυχημένα δεικτικά πειράματα
προσαρμογής και εκπαιδεύσεως των τυφλών σε μηχανουργικές εργασίες, καθώς
και ραπτικής
για τυφλές γυναίκες, χρησιμοποιώντας τα υφάσματα του προγράμματος
υφαντικής που λειτουργούσε στις κεντρικές εγκαταστάσεις του «Φάρου». Η
Σχολή στα Σεπόλια
διέκοψε τη λειτουργία της το 1972, λόγω επεκτάσεως του Σχεδίου Πόλεως
αφενός, που απαγόρευε ζωοκομικές δραστηριότητες, αλλά κυρίως, λόγω της
άρνησης των
Ελληνοαμερικανών ιδρυτών της Σχολής, να αποδεχτούν το δικτατορικό και
αντισυνταγματικό Νόμο 1111/1972. Στη συνέχεια, η ιδιοκτήτρια
Ελληνοαμερικάνικη οργάνωση
εκποίησε το ακίνητο στο Υπουργείο Παιδείας και με το προϊόν της πωλήσεως
έκτισε ένα εντελώς σύγχρονο κέντρο αποκαταστάσεως, στο χώρο των
εγκαταστάσεων
του «Φάρου» στην Καλλιθέα, του οποίου τα προγράμματα εντωμεταξύ είχαν
αναπτυχθεί πέραν της δυναμικότητας των παλαιών του εγκαταστάσεων.65
Σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Βασιλικού Διατάγματος υπ’ αριθμόν 38 της
16-1-1973 σκοπός του Ιδρύματος είναι:
α) Η κοινωνική προσαρμογή, επαγγελματική εκπαίδευση και η πλήρης
αξιοποίηση των ικανοτήτων των τυφλών, προς αποκατάσταση και επανένταξή
τους στην κοινωνία,
ως χρήσιμα και παραγωγικά μέλη της.
β) Η υποβοήθηση των τυφλών, με την παροχή εκπαιδευτικών και
επιστημονικών μέσων και οργάνων από το εσωτερικό ή το εξωτερικό για τη
μείωση των δυσκολιών
τους εξαιτίας της τυφλότητας και επίτευξη της ανεξαρτησίας τους στον πιο
μεγάλο βαθμό.
γ) Η παροχή κοινωνικών υπηρεσιών, η καταπολέμηση πάσης φύσεως κοινωνικών
προκαταλήψεων και γενικά η δημιουργία των κατάλληλων οικογενειακών και
κοινωνικών
συνθηκών και προϋποθέσεων για την ευρύτερη συμμετοχή των τυφλών σε όλες
της δραστηριότητες και εκδηλώσεις της εθνικής ζωής.
δ) Η παροχή αμειβόμενης εργασίας στους τυφλούς, υπό ιδιάζουσες συνθήκες
προστασίας.
Το Ίδρυμα διοικούνταν από το επταμελές Διοικητικό Συμβούλιο με τριετή
θητεία.
Κατά τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του «Φάρου» δημιουργήθηκαν ειδικά
εργαστήρια για την επαγγελματική τους αποκατάσταση, διανεμήθηκαν ρούχα
και παπούτσια
σε περισσότερους από τριακόσιους τυφλούς και έγιναν οι πρώτες ενέργειες
για τη λειτουργία ενός τυπογραφείου βιβλίων Braille. Η Οργάνωση
βρισκόταν υπό την
προστασία της βασίλισσας Φρειδερίκης και περιλάμβανε, μεταξύ των
τακτικών μελών της, και σημαντικά πρόσωπα απ όλους τους τομείς της
Εθνικής ζωής.
2.4 Ίδρυμα Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδος «Ο Ήλιος»
Εξαιτίας της σφοδρότητας του Εμφυλίου Πολέμου δεκάδες παιδιά έμειναν
ορφανά σε όλη τη χώρα και κυκλοφορούσαν στους δρόμους ζητιανεύοντας για
λίγο φαγητό.
Αρκετά από αυτά είχαν χάσει την όρασή τους. Έτσι, το 1948, παραχωρήθηκε
από την Εθνική Τράπεζα το νεοκλασικό κτίριο της οδού Βασιλίσσης Όλγας
για την περίθαλψη
των παραπάνω τυφλών παιδιών. Χάρη στις προσπάθειες της πρώτης
διευθύντριας Ρ. Πετσαγκουράκη, οργανώθηκε αρχικά ο Οίκος Τυφλών και
βαθμιαία προστέθηκαν
εκπαιδευτικοί στόχοι, σύμφωνα πάντα με τα δεδομένα της εποχής. Μέσω
μεγάλης φιλανθρωπικής δραστηριότητας κατέληξε στην «Οργάνωση Προστασίας
Τυφλών Βορείου
Ελλάδος» και, σύμφωνα με Βασιλικό Διάταγμα την περίοδο της δικτατορίας
των Συνταγματαρχών, δημιουργήθηκε το «Ίδρυμα Προστασίας Τυφλών Βορείου
Ελλάδος».
Φιλοξενούσε και εξακολουθεί να φιλοξενεί άτομα ηλικίας 5-65 ετών με
τύφλωση ή μειωμένη όραση, παρέχοντας διαμονή και διατροφή. Με την πάροδο
των ετών δημιουργήθηκαν
εργαστήρια υφαντικής, πλεκτικής, αγγειοπλαστικής και γλυπτικής,
τηλεφωνική σχολή, τυπογραφείο και βιβλιοθήκη. Στα δύσκολα εκείνα χρόνια,
η Σχολή Τυφλών
έπρεπε να καλύψει όχι μόνο τις ανάγκες αναπηρίας, αλλά της ορφάνιας και
της ανέχειας. Στα πρώτα χρόνια ίδρυσής του λειτούργησε με ελάχιστο
Προσωπικό, βασιζόμενη
στην εθελοντική προσφορά μελών του σωματείου αλλά και ευαισθητοποιημένων
πολιτών. Το 1973 τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος 1111 που υποχρέωνε τα
φιλανθρωπικά σωματεία
να ιδρύουν ιδρύματα, οπότε η Σχολή Τυφλών άλλαξε νομική υπόσταση και
απέκτησε την ονομασία που διατηρεί ως σήμερα, δηλαδή Ίδρυμα Προστασίας
Τυφλών Βορείου
Ελλάδος «Ο Ήλιος». Για μια δεκαετία ακόμη το φιλανθρωπικό σωματείο
συμμετείχε στο διοικητικό συμβούλιο του Ιδρύματος και το στήριζε
οικονομικά, καθώς,
για το μεγαλύτερο μέρος των δωρεών προς τη Σχολή Τυφλών, η αποδοχή
γινόταν από το φιλανθρωπικό σωματείο και όχι από το Ίδρυμα.
Το 1983 το τυφλικό ίδρυμα απαίτησε τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου του
φιλανθρωπικού σωματείου και τη διαχείριση των δωρεών με τρόπο πιο
σύγχρονο και φιλικό
για τους περιθαλπόμενους, ώστε οι υπηρεσίες που τους παρέχονται να μη
βασίζονται στη συμμετοχή εθελοντών-φιλανθρώπων, αλλά σε επαγγελματίες.
Ακολούθησε
κατάληψη του Ιδρύματος, με αποτέλεσμα, τον επόμενο χρόνο, να προχωρήσει
το φιλανθρωπικό σωματείο σε εκκαθάριση και εκχώρηση της περιουσίας του
στο Δήμο
Θεσσαλονίκης. Επειδή η συγκεκριμένη εκχώρηση αντέβαινε στα προβλεπόμενα
από το Νόμο 1111, που διέπει τη λειτουργία των Ιδρυμάτων, η Σχολή
διεκδίκησε δικαστικά
την περιουσία αυτή, που μέχρι σήμερα παραμένει ανενεργή και μη
εκμεταλλεύσιμη.
2.5 «Σύνδεσμος Ελλήνων Τυφλών Μουσικών Επαγγελματιών»
Η οργάνωση ιδρύθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1940 με σκοπό να ανυψώσει
τη θέση των τυφλών μουσικών και να τους δώσει την ευκαιρία να
συμμετάσχουν σε
διάφορες μουσικές εκδηλώσεις και όχι να παίζουν μουσική στο δρόμο για να
κερδίσουν τα προς το ζην. Η εγγραφή μελών στο Σύνδεσμο ήταν αυστηρά
περιορισμένη
και μπορούσαν να γίνουν μέλη μόνο όσοι είχαν την ικανότητα να παίζουν
κάποιο μουσικό όργανο ή να τραγουδούν. Ιεροψάλτες και διδάσκαλοι
μουσικής ήταν επίσης
δεκτοί. Σκοπός της οργάνωσης ήταν η παροχή ευκαιριών στους ταλαντούχους
τυφλούς για την πρόσληψή τους σε κάποια ορχήστρα ή συγκρότημα. Οι νότες,
όπως ήταν
φυσικό, ήταν γραμμένες με το αλφάβητο Braille.
Για την Αγροτική και Τεχνική Λέσχη Τυφλών στα Σεπόλια και τον «Σύλλογο
των φίλων των τυφλών», θα γίνει εκτενής αναφορά στο πέμπτο κεφάλαιο.
συνεχίζεται σε επόμενο email
http://www.eoty.gr/main/text.asp#startpage
________
Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe
Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net
Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
__________
Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και παγκόσμιο
ρεπερτόριο επισκεφθείτε το
http://www.isobitis.com
______________