Η εκπαιδευτική διαδικασία και η επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα (4ο μέρος)

Διπλωματική εργασία τής Άννας Θεοδωρή τού έτους 2013, με θέμα: «Η εκπαιδευτική διαδικασία και η επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών στην Ελλάδα κατά
τον 20ό αιώνα»: Κεφάλαιο πέμπτο.

ΠΕΜΠΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Εκπαίδευση και Εργασία

5.1 Οίκος Τυφλών, ο χώρος του Ιδρύματος και το Προσωπικό

Δύο λόγιοι άντρες ο Δημήτριος Βικέλας ποιητής και πεζογράφος, Πρόεδρος του «Συλλόγου προς διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων» και ο Γεώργιος Δροσίνης ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος πρότιναν στον τότε Σεβασμιότατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Θεόκλιτο την ίδρυση του «Οίκου Τυφλών». Συστάθηκε, για το λόγο αυτό, ένα σωματείο για την προστασία των Τυφλών. Το Καταστατικό εγκρίθηκε με Βασιλικό Διάταγμα στις 24 Μαίου 1906 επί Γεωργίου Α’ και αναφέρει χαρακτηριστικά πως με τη σύσταση του Σωματείου αυτού απαραίτητη κρίνεται εντός της πρώτης τριμηνίας η υποβολή Λογοδοσίας του προηγούμενου έτους στο υπουργείο Εσωτερικών.
Η έγκριση μπορεί να ανακληθεί αν δεν τηρηθεί η προθεσμία.

Τον Ιανουάριο του 1907 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του πρώτου οικίσκου όπου θα στεγαζόταν ο Οίκος Τυφλών. Την πρώτη αυτή «εν Ελλάδι Σχολή Τυφλών» εγκατέστησε η Ειρήνη Λασκαρίδου εις τας επαύλεις της, στον ερυθρό οικίσκο επί της οδού Λασκαρίδου στην Καλλιθέα. Αρχικά λειτούργησε μόνο νηπιαγωγείο και πέντε χρόνια μετά η Σχολή μεταφέρθηκε στο νέο κτίριο επί της οδού Ελευθερίου Βενιζέλου, όπου και αγοράστηκε μεγάλη έκταση γης.79 Εκεί αποφασίστηκε η ανέγερση του Αμπέτιου Μεγάρου, και στις 30 Αυγούστου του 1912 έγινε η πρώτη διανυκτέρευση των μαθητών στο καινούριο αυτό κτίριο. Οι πρώτες ημέρες προσαρμογής σύμφωνα με τη διευθύντρια, ήταν δύσκολες για τα παιδιά, γιατί το μέγεθος του κτιρίου ήταν μεγάλο και οι διάδρομοι πολλοί.80

Μέρος του πρώτου κανονισμού του Οίκου Τυφλών το 1907 αναφέρει τα ακόλουθα:

Η εν Αθήναις κατά Μάιον του έτους 1906 υπό την επωνυμίαν «Οίκος Τυφλών» ιδρυθείσα Εταιρεία προς εκπαίδευσιν και προστασίαν των Τυφλών, περιλαμβάνει τα
υπό μιας και της αυτής διευθύνσεως εξαρτώμενα ακόλουθα ιδρύματα.

1.
α’. Σχολή Τυφλών αρρένων και θηλέων.
β’. Άσυλο μετ’ εργαστηρίου τυφλών γυναικών.
γ’. Άσυλο μετ’ εργαστηρίου τυφλών ανδρών.
δ’. Άσυλο ανικάνων προς εργασίαν γερόντων και αναπήρων.

2. Τα τέσσερα ιδρύματα της Εταιρίας είναι στενώς προς άλληλα συνεδεδεμένα, μεριμνώντα περί των τυφλών από της παιδικής ηλικίας μέχρι της τελευταίας αυτών
πνοής.

3. Η Σχολή τυφλών περιλαμβάνει:
1ον. Νηπιαγωγείον, διαιρούμενον εις τρία τμήματα (παιδιά ηλικίας 5-8 ετών).
2ον. Εκπαιδευτήριον, διαιρούμενον εις έξι τάξεις προτύπου (παιδιά ηλικίας 6-15 ετών).
3ον. Επαγγελματική σχολή αρρένων (ηλικίας 13-21 ετών).
4ον. Επαγγελματική σχολή θηλέων (ηλικίας 13-21 ετών).
5ον. Τυπογραφείον και δανειστικήν βιβλιοθήκην τυφλών.81

Μεταξύ των εγγράφων που περιέχονται στο αρχείο της Ειρήνης Λασκαρίδου βρίσκονται και τις ετήσιες καταγραφές των επίπλων κάθε αίθουσας στο Βιβλίο επίπλων του Οικοτροφείου Αρρένων και Θηλέων. Ως το 1923 το Ίδρυμα περικλείεται από Εκπαιδευτήριο, Τυπογραφείο, Βιβλιοπωλείο, Ορφανοτροφείο, Άσυλο τροφίμων τυφλών, Άσυλο τυφλών ανιάτων, Οικοτροφείο τυφλών, βιοποριστικό εργαστήριο, πτωχοκομείο, τα δωμάτια υπηρεσίας, τους κοιτώνες μαθητών και την τραπεζαρία. Έπειτα, στο Αμπέτιο Μέγαρο, προστέθηκαν περισσότεροι κοιτώνες, θυρωρείο, Πωλητήριο, μουσείο, πιο εκσυγχρονισμένα εργαστήρια, μια μεγάλη αίθουσα εκδηλώσεων, δωμάτιο της επιμελήτριας, ιματιοθήκη, ραφείο, πλυντήριο, αίθουσα μουσικής, αποθήκη και θεραπευτήριο.

Στην πρώτη Λογοδοσία που εξέδωσε ο Οίκος Τυφλών το 1907 παρουσιάζεται το λιγοστό προσωπικό της Σχολής. Αυτή αποτελούνταν από τη Διευθύντρια Ειρήνη Λασκαρίδου, μία μαθητευόμενη δασκάλα, τη Μ. Χατζηδάκη, μία μαθητευόμενη νηπιαγωγό, την Κ. Καραγιαννοπούλου, μία μαγείρισσα, που εκτελούσε όλες τις οικιακές εργασίες, και έναν κηπουρό και συγχρόνως υπηρέτη. Αντίθετα, τριάντα χρόνια ακριβώς πιο μετά, το προσωπικό, εκτός από τις παραπάνω ειδικότητες, αποτελούνταν και από γραμματέα, λογιστή, οικονόμο, ξεχωριστές δασκάλες για όλες τις τάξεις, νηπιαγωγό, τυφλές δασκάλες γαλλικών και απαγγελίας, δασκάλα πιάνου, δάσκαλο αυλού, πνευστών, βιολιού, εκκλησιαστικής μουσικής, θεωρίας και ωδικής. Επιπλέον, η Σχολή διέθετε εσωτερικό δαχτυλογράφο υφάντρια, νοσοκόμο, επιμελήτρια, μαγείρισσα, υπηρέτρια, ράπτρια, καθαρίστρια, υπηρέτη, βοηθό, υποδηματοποιό, πλύντρια και κηπουρό.

Μέσα από το αρχειακό υλικό παρατίθενται τα ονόματα του προσωπικού κατά το έτος 1932, τα οποία είναι τα εξής: Βοηθός Διευθύντριας Ε. Στασού, Διδάσκαλος πνευστών Δ. Αργυριάδης, Διδάσκαλος αυλού Κ. Κοτέτους, Διδάσκαλος βιολιού Δ. Περρής, Εκκλησιαστικής Κ. Μπίμπας, Πιάνου Τ. Παράσχου, ΣΤ΄ τάξεως Δ. Στασού, Ε΄ τάξεως Π. Λαμπρινίδου, Δ΄ τάξης Σ. Παπαδοπούλου, Γ΄ τάξης Α. Λαουτάρη, Α΄ και Β΄ τάξης Ευ. Γρηγοριάδου και Αθ. Καραβάς, Τεχνικών Ι. Πετροπούλου, Επιμελήτρια Κορασίδων Π. Προκοποίου, Αρρένων Β. Φιλιποπούλου, Μαγείρισσα Γ. Μάγκου, Υπηρέτρια Β. Κωνσταντίνου, καθαρίστρια Α. Παλαπανίδου, Υποδηματοποιός Χρ. Στεφανίδης,
Πλύντρια Ει. Σούλη, Ράπτρια Μ. Θεοδοσίου.

Τα καθήκοντα της διευθύντριας σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό ήταν να εποπτεύει τα πάντα για την ομαλή λειτουργία του Ιδρύματος, να διδάσκει μερικά μαθήματα στους τροφίμους, να μεταφέρει στην Εφορία τις προτάσεις της για τη βελτίωση των επαγγελματικών τμημάτων και της διατροφής, να τηρεί το μητρώο των τροφίμων και τα λοιπά βιβλία του σχολείου μέχρι και το Αρχείο του Ιδρύματος, να ρυθμίζει τα καθήκοντα του Προσωπικού, να παρακολουθεί τη διαγωγή των μαθητών και να επιβάλλει ποινές όταν κρίνει απαραίτητο. Ακολούθως βασικές αρμοδιότητες τις οικονόμου αποτελούν η ανάθεση ειδικής μέριμνας από την Εφορία για ότι αφορά τον Οίκο Τυφλών, η φροντίδα για την επάρκεια των τροφίμων και των ειδών καθαριότητος, η είσπραξη χρημάτων που προσφέρονται στο Ίδρυμα από την πώληση των προϊόντων τους και η διατήρηση των βιβλίων ιματιοθήκης, κινητής και ακίνητης περιουσίας, κατοικίδιων, αποθήκης, εισαγωγών, εξαγωγών και το ημερολόγιο κινήσεως. Το υπηρετικό προσωπικό διορίζεται και απολύεται από την Εφορία ύστερα από πρόταση της διευθύντριας.

Τις δεκαετίες 1950 και 1960 περίπου την πρώτη τάξη και τη διδασκαλία των Αγγλικών την είχε αναλάβει η Κίτσα Νικολαίδου, το πιάνο και το ακορντεόν ο Πέτρος Θαναιλίδης, το βιολί ο Αντώνης Ζαχόπουλος, τη Βυζαντινή Μουσική ο μουσικός Δημήτριος Χρυσαφίδης, την Ευρωπαϊκή ο Παύλος Πέτσαλης και τη χειροτεχνία ο Ανέστης
Κυριακίδης.

Το 1924 δωρίστηκε από το Σπύρο Νικολόπουλο ομογενή από την Αγγλία, στη μνήμη του αδερφού του, 300 μέτρα δίπλα από τη Σχολή, ένα κτήμα όπου και χτίστηκε το «Νικολοπούλειο Ίδρυμα», το δεύτερο ιδιόκτητο κτίριο του Οίκου Τυφλών. Εκεί στην αρχή εγκαινιάστηκε η «Νικολοπούλειος Επαγγελματική Σχολή» και κατόπιν εγκαταστάθηκε στον ίδιο χώρο το «Νικολοπούλειο Οικοτροφείο» για εφήβους, μαζί με τα επαγγελματικά εργαστήρια των αγοριών, όπου φιλοξενούνταν αγόρια ηλικίας άνω των 12 ετών εφόσον είχαν αποφοιτήσει από το δημοτικό του Οίκου Τυφλών. Οι μαθητές μόνοι τους μετακινούνταν από το ένα κτίριο στο άλλο στην αρχή με
τη βοήθεια ενός μερικώς βλέποντα.

Το 1926 στο Νικολοπούλειο ίδρυμα αριθμούνται 9 μαθητές και το 1927 αυξάνονται κατά 13, δηλαδή σύνολο 22 τρόφιμοι.

5.2. Εκπαιδευτική διαδικασία και συνθήκες ζωής

Κατά τη χρονική περίοδο που εξετάζουμε είναι γεγονός πως διεξήχθησαν σημαντικά ιστορικά γεγονότα, όπως ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, η Μικρασιατική καταστροφή και ο μεγαλύτερος πόλεμος για την ιστορία της Ελλάδας αλλά και της ανθρωπότητας, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ακολούθησε, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, ο ελληνικός εμφύλιος, έχοντας οδυνηρές συνέπειες για τον πληθυσμό. Τεράστιες ήταν οι απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό, ανυπολόγιστες οι καταστροφές που επέφεραν οικονομική καθίζηση. Οι Έλληνες, στις πόλεις και στα χωριά, καταρρακωμένοι, άρχισαν σταδιακά να ανακτούν τις δυνάμεις τους και να προσπαθούν να συνειδητοποιήσουν τι πραγματικά είχε συμβεί. Όπως ήταν αναμενόμενο, ήδη από την Κατοχή, αλλά και κατά την περίοδο του Εμφυλίου, οι τραυματίες πολέμου, που δεν κατάφεραν να αναρρώσουν πλήρως, ήταν χιλιάδες. Μεγάλο τμήμα τους ήταν άνθρωποι που είχαν χάσει τη όρασή τους, εξαιτίας ναρκών και χειροβομβίδων. Εκατοντάδες παιδιά έπαιζαν ανυποψίαστα στις αλάνες, πατούσαν νάρκες, με δραματικές για την αρτιμέλειά τους συνέπειες.

Ανεξάρτητα από τις αποτρόπαιες και δυσάρεστες συνέπειες, που προαναφέρθηκαν, αρκετά ήταν και τα παιδιά που γεννιόντουσαν τυφλά, είτε από κληρονομικά αίτια, είτε από κάποια επιπλοκή κατά τη διάρκεια του τοκετού και έχριζαν κι αυτά ιατρικής φροντίδας και πρόνοιας. Άλλα πάλι, με τη σειρά τους, είχαν χάσει την όρασή τους, σύμφωνα με μαρτυρίες, από διαφόρων ειδών ατυχήματα ή από μολυσματικές ασθένειες, που εκείνα τα χρόνια ήταν πολλές, λόγω των κακών υγειονομικών
συνθηκών που επικρατούσαν.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα ως προς αναφερόμενα είναι αυτά του προέδρου του Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών Ηλία Μαργιόλα, ο οποίος έχασε την όρασή του από έκρηξη νάρκης στην περιοχή του Ναυπλίου σε ηλικία 7 ετών και του κυρίου Μανώλη Μπασιά, αναγνωρισμένου δικηγόρου και ιεροψάλτη, που, ενώ έπαιζε στο μικρό δάσος του χωριού του στα Χανιά, ένας κυνηγός του τον πυροβόλησε στο πρόσωπο. Από θαύμα επέζησε αλλά τυφλώθηκε όμως για πάντα.

Όλα τα παραπάνω παιδιά λογικό ήταν να έχουν την ανάγκη να εκπαιδευτούν. Όσα είχαν κάποιο ατύχημα κατά τη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας ήδη είχαν ξεκινήσει να παρακολουθούν τα μαθήματα στο σχολείο της περιοχής τους. Εκείνα πάλι που έχασαν την όρασή τους πιο νωρίς ή γεννήθηκαν τυφλά, έπρεπε να εγγραφούν στο μοναδικό τότε ειδικό σχολείο για παιδιά με προβλήματα όρασης, στον Οίκο Τυφλών Καλλιθέας. Όσα είχαν χάσει την όρασή τους κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους στο δημοτικό μεταφέρονταν στον Οίκο Τυφλών απ’ όλη την Ελλάδα μέχρι και το 1948, οπότε ιδρύθηκε και στη Θεσσαλονίκη, εξαιτίας του Εμφυλίου Πολέμου, το Ίδρυμα Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδος ή αλλιώς η Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης-Ήλιος. Εκεί κατέφευγαν παιδιά από τη Μακεδονία, τη Θράκη, την Ήπειρο τη Θεσσαλία, ώστε να μη χρειάζεται να μεταβαίνουν στην Αθήνα και να βρίσκονται μακριά από τις οικογενειακές τους εστίες.

Ο Οίκος Τυφλών το πρώτο σχολείο που δημιουργήθηκε και λειτούργησε στην Αθήνα και ως οικοτροφείο όπως προαναφέραμε, ήδη από το 1907 και φιλοξενούσε παιδιά απ όλη την Ελλάδα. Οι γονείς ενημερώνονταν συνήθως από κάποιο συγγενή ή φίλο για τη λειτουργία του συγκεκριμένου Ιδρύματος. Όσα παιδιά είχαν μειωμένη όραση παρακολουθούσαν το γενικό δημοτικό σχολείο και όταν αποφοιτούσαν απευθύνονταν στον Οίκο Τυφλών, ειδικότερα μετά το 1970, έμεναν μέσα και πήγαιναν σε κάποιο γυμνάσιο της Καλλιθέας. Το μεσημέρι αφότου σχολούσαν τους βοηθούσαν στο διάβασμα μαθηματικοί και φιλόλογοι του Ιδρύματος. Πολλές φορές οι γονείς, κυρίως πριν από το 1950, δίσταζαν να στείλουν ως τροφίμους τα παιδιά τους, είτε λόγω της απόστασης, είτε λόγω της ανασφάλειας που αισθάνονταν. Γι αυτό ο Οίκος Τυφλών αλλά και ο Ήλιος αργότερα έστελναν, σε σπάνια βέβαια περιπτώσεις, κάποιον υπεύθυνο για να ενημερώσει την οικογένεια για την αξιοπιστία του Ιδρύματος και τις παροχές του.89 Άλλοι γονείς, με τη σειρά τους, όσο λυπηρό κι αν ήταν αυτό, ντρέπονταν για το τυφλό μέλος της οικογένειάς τους και, παρά το γεγονός ότι το παιδί μπορεί να είχε χάσει την όρασή του εξαιτίας ατυχήματος, φρόντιζαν να το στείλουν με συνοπτικές διαδικασίες στο ως τρόφιμο στο Ίδρυμα. Ανατριχιαστική είναι η μαρτυρία ενός τυφλού, ηλικίας τώρα 65 ετών, που έχασε την όρασή του πατώντας νάρκη και ο πατέρας του σε ελάχιστο χρονικό διάστημα τον έστειλε στο Οικοτροφείο του Οίκου Τυφλών, λέγοντάς του πως αποτελεί ντροπή για την οικογένεια κι αν έμενε στο σπίτι οι δύο μεγαλύτερες αδερφές του δε θα μπορούσαν να παντρευτούν ποτέ. «Ποιος θα τις πάρει αν έχουν να φορτωθούν κι εσένα τον τυφλό;» του είπε χαρακτηριστικά. Ακόμα και οι ίδιες δεν έδειχναν συμπάθεια στο τυφλό πλέον μέλος της οικογένειας. Δυστυχώς αποτελούσε το μαύρο πρόβατο αφού οι προκαταλήψεις της που δημιουργούνταν από εσφαλμένες αντιλήψεις και
από την έλλειψη πληροφόρησης τα χρόνια εκείνα ήταν πολλές.

Ο ερχομός ενός τυφλού παιδιού ή η τύφλωση ενός άλλου αργότερα, απόρροια ενός ατυχήματος, έβρισκε τους γονείς απροετοίμαστους και ο τρόπος ζωής της οικογένειας άλλαζε σε πολλά επίπεδα. Απαιτούνταν, λοιπόν, απ’ όλα τα μέλη μια φυσική και ψυχική ετοιμότητα που να είναι δεδομένη για μακροχρόνια μέτρα θεραπείας και
φροντίδας.

Ας δούμε τώρα πιο συγκεκριμένα τα πρώτα βήματα της εκπαιδευτικής διαδικασίας στον Οίκο Τυφλών και τις συνθήκες ζωής μέσα σε αυτόν από τα στοιχεία που μας παρέχει το αρχείο της Ειρήνης Λασκαρίδου, η οποία διετέλεσε διευθύντρια επί τριάντα έτη στο σχολείο της Καλλιθέας. Προφορικές μαρτυρίες είναι λογικό να μην έχουμε από την περίοδο εκείνη γιατί οι άνθρωποι που φοίτησαν εκεί δε βρίσκονται πλέον στη ζωή. Παρόλα αυτά, μέσα από τις σελίδες του αρχειακού υλικού, θα αναβιώσει ο τρόπος ζωής και η καθημερινότητα των οικότροφων του Ιδρύματος. Το πορτρέτο του Οίκου Τυφλών, από το 1950 και ύστερα, θα μας σκιαγραφήσουν οι προφορικές συνεντεύξεις από τους τότε οικότροφους, που είναι πλέον ηλικίας εξήντα ετών και άνω.

5.2.1 Οι τρόφιμοι του Ιδρύματος

Ο πρώτος μαθητής ήταν ο Κυριάκος Αντωνίου, εισήλθε στις 10 Ιανουαρίου 1907. «Καλημέρα κυρία! Τι κάμνεις; Καλά είσαι; Εγώ είμαι καλά. Από πού είσαι εσύ εγώ είμαι απ το Γαλάζι». Αυτές ήταν οι πρώτες λέξεις του «φλύαρου», κατά την Ειρήνη Λασκαρίδου μικρού μαθητή. Στα τέλη Ιανουαρίου του ίδιου έτους προσήλθε ο πρεσβύτερος των μαθητών Ιωάννης Γαλαίος ηλικίας 11 ετών. Τον βρήκαν να επαιτεί ρακένδυτος και να θρηνεί ζητώντας τον οβολό των διαβατών. Από το ένα του μάτι διέκρινε το φως, γι’ αυτό και σκέφτηκαν να τον πάνε στον γιατρό. Τότε αυτός είπε: «Κι αν με κάμει να βλέπω όπως όλοι οι άνθρωποι δε θα με έχετε πια εδώ;» Η διευθύντρια του απάντησε: «Όχι βέβαια θα επιστρέψεις εις την οικία σου». Κι αυτός αποκρίθηκε: «Ω τότε μη με υπάγετε εις το γιατρό δε θέλω να φύγω
από κοντά σας!».

Τρίτη έφτασε η Σταματίνα Μπατίστα. Ο τέταρτος και ο πέμπτος οικότροφος ήταν δύο αδέρφια από τη Γαστούνη, η Μαρία 10 ετών και ο Νικόλας 7 ετών. Το 1907, το πρώτο έτος λειτουργίας του Οίκου Τυφλών έκλεισε με έξι μαθητές. Τελευταίος είχε προσέλθει ο Κωνσταντίνος Μπίμπας από την Αθήνα.92 Δύο χρόνια αργότερα, το έτος 1909, έκλεισε με 16 μαθητές, τους έξι από τους οποίους συντηρούσε αποκλειστικά ο Οίκος Τυφλών και τους υπόλοιπους κάποιοι φιλάνθρωποι.

Το έτος 1910 μέσα στο Ίδρυμα διέμεναν 18 μαθητές. Νέοι ήταν ο τεσσάρων ετών Κωστάκης Παπαδόπουλος από τα Άγραφα, που ήρθε με τον πατέρα του. Όμως, λόγω μικρής ηλικίας, δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν και έτσι επέστρεψε σπίτι του. Ο πατέρας του πέθανε σε μικρό χρονικό διάστημα και η πάμφτωχη μητέρα του δεν μπορούσε να τον συντηρήσει. Το παιδί δεν ήξερε καλά-καλά να μιλάει, όμως το ανέλαβε ο Οίκος Τυφλών και το κράτησε παρά τη μικρή του ηλικία. Ο δεύτερος μαθητής ήταν ο Σωκράτης Βελέτζας από τον Πειραιά, τον οποίο οι γονείς του τον είχαν για έναν χρόνο μέσα στη Σχολή όμως εξαιτίας της κακώς εννοούμενης στοργής τον πήραν πίσω στο σπίτι. Εκεί, τα άλλα παιδιά της συνοικίας τον χλεύαζαν και τον παρενοχλούσαν. Μόνος του ζητούσε να γυρίσει στο σχολείο όπου όπως έλεγε με χαρά «Παίζουμε, μαθαίνουμε γράμματα και περνάμε τόσο όμορφα». Τελικά οι γονείς του τον πήγαν πίσω ξανά.

Από το 1907 μέχρι και το 1932, μέσα σε διάστημα δηλαδή 25 ετών, η Ειρήνη Λασκαρίδου αναφέρει σε επιστολή της πως φοίτησαν στο σχολείο του Οίκου Τυφλών περίπου 200 μαθητές. Ο αριθμός τους κάθε έτος αυξανόταν σταδιακά και μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις παρέμενε σταθερός ή ελαττωνόταν. Πριν από την περίοδο της Μικρασιατικής καταστροφής βρέθηκε ένας μικρός τυφλός εφτά ετών «φυλακισμένος» μέσα στο σπίτι του και πεταμένος σε ένα κρεβάτι, όπου οι γονείς του μόνο τον τάιζαν. Τον περιμάζεψε ο Οίκος Τυφλών και μάλιστα ήταν τόσο δύσκολη η εκπαίδευσή του, αφού το παιδί δεν ήξερε να χρησιμοποιεί καθόλου τα χέρια του.

Ακολουθεί ένα πίνακας που παρουσιάζει τον αριθμό των μαθητών που φοιτούσαν στον Οίκο Τυφλών ανά έτος από την ίδρυσή του μέχρι και το 1931.

Έτος: 1907
Αριθμός μαθητών: 6

Έτος: 1909
Αριθμός μαθητών: 16

Έτος: 1910
Αριθμός μαθητών: 18

Έτος: 1911
Αριθμός μαθητών: 11

Έτος: 1912
Αριθμός μαθητών: 20

Έτος: 1913
Αριθμός μαθητών: 25

Έτος: 1914
Αριθμός μαθητών: 28

Έτος: 1915
Αριθμός μαθητών: 32

Έτος: 1916
Αριθμός μαθητών: 34

Έτος: 1917
Αριθμός μαθητών: 34

Έτος: 1918
Αριθμός μαθητών: 34

Έτος: 1920
Αριθμός μαθητών: 20

Έτος: 1921
Αριθμός μαθητών: 33

Έτος: 1922-1923
Αριθμός μαθητών: 56 οι 12 πρόσφυγες

Έτος: 1926
Αριθμός μαθητών: 56

Έτος: 1928
Αριθμός μαθητών: 77

Έτος: 1929-1931
Αριθμός μαθητών: 70

Δεν είχαν τη δυνατότητα όλα τα τυφλά παιδιά να φοιτήσουν στον Οίκο Τυφλών, άλλα γιατί κατοικούσαν σε μακρινά χωριά της Βόρειας Ελλάδας ή της Κρήτης, άλλα επειδή οι γονείς τους δεν είχαν ενημερωθεί για την ύπαρξη του σχολείου αυτού και άλλα επειδή πολλές φορές τα οικονομικά του Ιδρύματος δεν επέτρεπαν την εισαγωγή περισσότερων μαθητών ανά έτος. Μόνο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ο Οίκος Τυφλών φιλοξένησε πολλά προσφυγόπουλα, από τον Πόντο και την Κωνσταντινούπολη και, όπως γίνεται φανερό και από τον παραπάνω πίνακα, ο αριθμός των τροφίμων αυξήθηκε απότομα.

Το 1926 η Αμερικανική Περίθαλψη απέστειλε ένα ερωτηματολόγιο στην Ειρήνη Λασκαρίδου για να ενημερωθεί για τις αρμοδιότητες του Οίκου Τυφλών και τις παροχές του. Στην απαντητική της επιστολή η διευθύντρια σημείωνε πως κατά το έτος εκείνο το Ίδρυμα φιλοξενούσε 56 παιδιά (29 κορίτσια και 27 αγόρια).

Ο αριθμός των εισαγομένων κάθε έτος ανερχόταν περίπου στους 5-12 σπουδαστές και των εξερχομένων 4-6, ηλικίας 17 ετών υποχρεωτικά. Μετά το 1950 και μέσα σε διάστημα είκοσι ετών οι μαθητές πολλαπλασιάστηκαν και έφτασαν τους 100 με 120 συνολικά, με κάθε τμήμα να έχει από 7-12 παιδιά. Ο αριθμός αυξήθηκε, όπως ήταν αναμενόμενο και λόγω των πολέμων, αφού πολλά παιδιά έχασαν την όρασή τους, αλλά και λόγω της καλύτερης ενημέρωσης για την ύπαρξη του ειδικού αυτού Σχολείου. Όσοι γονείς δίσταζαν να εγγράψουν τα παιδιά τους στον Οίκο Τυφλών μέχρι εκείνη την περίοδο, δεν είχαν πλέον καμία αμφιβολία για την αξιοπιστία
του.95

Σύμφωνα με τον Κανονισμό της Σχολής:

«Αι αιτήσεις των τυφλών υποψηφίων τροφίμων δέον να συνοδεύονται:
1ον. Υπό πιστοποιητικού γεννήσεως και βαπτίσεως.
2ον. Υπό πιστοποιητικού ιατρού δηλούντος τον βαθμόν και την αιτία της τυφλώσεως των παιδιών, την εν γένει κατάστασιν της υγείας αυτών, ότι δεν πάσχουν εκ μεταδοτικού νοσήματος, και δεν είναι κωφά, ούτε ηλίθια, προσέτι δε ότι είναι εμβολισμένα. 3ον. Υπό εγγυήσεως γονέων, κηδεμόνος, προστάτου, δημοτικής ή κυβερνητικής αρχής δια το ότι αι εξαμηνίαι των τροφείων και διδάκτρων θέλουν προπληρώνεσθαι τακτικώς, λαμβανομένης ωα αφετηρίας της πρώτης ημέρας του μηνός κατά τον οποίον προσέρχεται το τυφλόν παιδίον.»

Επιπλέον, «κατόπιν εξαμήνου δοκιμασίας αποβάλλεται της Σχολής παν παιδίον το οποίον, ένεκα σοβαρών ελαττωμάτων και χαρακτήρος ανεπίδεκτου διορθώσεως, δύναται να κατασθή επικίνδυνον και επιβλαβές εις τους συντρόφους και τας συντρόφους του».Ακόμα «Εν τη Σχολή γίνονται δεκτά παιδιά τυφλά ηλικίας τουλάχιστον 6 έως 12 ετών. Εάν μεν είναι ευφυή και επιμελή, και η εν γένη διανοητική και σωματική κατάστασις αυτών είναι ομαλή, δύνανται ν αποφοιτήσουν εις ηλικίαν 18 ετών, οπότε ή επανερχόμενα εις τας οικογενείας των ή εισερχόμενα εις τον Άσυλον των Τυφλών κερδίζουσι διά της εργασίας των άρτον των. Εν τούτοις εάν οι τυφλοί, ένεκα διανοητικής και σωματικής καθυστερήσεως δεν είναι εισέτι ικανοί προς αποφοίτησιν, δύνανται να τελειοποιηθούν παραμένοντες εν τη Σχολή το πολύ μέχρι του 21ου έτους της ηλικίας αυτών. Μετά το πρώτο δοκιμαστικόν εξάμηνο οι έγγυηταί των τυφλών παιδιών οφείλουν ν’ αναλάβουν την υποχρέωσιν του ν’ αφήνουν αυτά εν τη Σχολή μέχρι του 18ου τουλάχιστον έτους της ηλικίας αυτών και τούτο, διότι απολυόμεθα ταχύτερον δεν είναι εισέτι εις θέσιν να κερδίζουν τα προς το ζην, ούτε είναι ακόμη αι γνώσεις των τόσο ασφαλέις, ώστε να μη διατρέχουν τον κίνδυνον να λησμονήσουν, όσα μετά κόπου και τη δαπάνη χρημάτων τοις εδιδάχθησαν
επί σειρά ετών.

Όσον αφορά τη διαμονή τους και τη συντήρησή τους «Τα τροφεία και τα δίδακτρα των τυφλών οικοτρόφων ανέρχονται εις Δρ. 600 το έτος, προπληρώνονται δε καθ’ εξαμηνίας. Διά τους ευπορέστερους τυφλούς απαιτούντας ιδιαίτερον δωμάτιον κτλ δύνανται ν’ ανέλθουν τα τροφεία και δίδακτρα μέχρι Δρ. 1400 το έτος, προπληρωτέως
καθ εξαμηνίας.»

Ο Κανονισμός στη συνέχεια αναφέρει πως «Η Σχολή Τυφλών παρέχει δωρεάν εις τας και τους τροφίμους αυτής, άπαντα τα υλικά νηπιαγωγείου, σχολείου, χειροτεχνίας και επαγγελματικής διδασκαλίας, ιατρικήν περίθαλψιν, ιατρικά, λουτρά θαλάσσια και καθαριότητος πλήρη δε απλούν ιματισμόν» και ότι «Εισαγώμενον το τρόφιμον τυφλόν παιδίον πρέπει να καταθέσει διά τον ιματισμόν του εφ’ άπαξ Δρχ. 100 ή να φέρει καινούργη μεθ εαυτού τα εξής: άπαντα τα εσώρουχα ανά 6, 12 μανδήλια, 6 ζ. περικνημίδων, 2 ζ. υποδημάτων, 1 χειμερινόν και 1 θερινόν πίλον, 2 εμπροσθέλλας, 1 επανοφόριο, φορέματα ή ενδυμασίας, ανά 1 θερινήν και 1 χειμερινήν,
ψήκτραν και κτένη κεφαλής, ψήκτρα οδόντων, σπόγγον, μαχαιροπέρωνα πλήρη».

Παράλληλα, κάθε τρόφιμος, όφειλε να φέρει μαζί του, πέρα από όσα αναφέρονταν στο καταστατικό, ένα μπαουλάκι 60×60 μαζί με κλειδαριά, ένα πιάτο της σούπας και ένα φλιτζάνι αλουμινίου, ένα ψαλίδι εργασίας, ένα σκούφο μπλε, ένα πανωφόρι μπλε μαρόν, υποδήματα σκαρπίνια καφέ, ένα ζευγάρι πέδιλα και έξι πετσέτες
φαγητού.

Στους κυριότερους όρους εισαγωγής στην σχολή τυφλών το 1926 το ποσό που πλήρωναν οι οικότροφοι για τα τροφεία και τα δίδακτρα ανερχόταν σε 1000 δραχμές το έτος. Για τους πιο εύπορους, που ζητούσαν ιδιαίτερο δωμάτιο, η τιμή ανερχόταν στις 1600 δραχμές. Για όσους δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στα έξοδα, κάποιος εύπορος πολίτης γινόταν ο χορηγός τους, δεν ήταν όλοι δηλαδή αυτοσυντήρητοι.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, συνέχισαν οι γονείς που είχαν την οικονομική δυνατότητα να προσφέρουν στο Ίδρυμα κάποια χρήματα για την παραμονή των παιδιών τους, αλλά και όσοι δεν τα κατάφερναν το Ίδρυμα τα δεχόταν κι αυτά. Εντούτοις, χαρακτηριστικές είναι οι μαρτυρίες των τότε τροφίμων, που αναφέρουν πως για να σε δεχτούν ως μαθητή προϋπέθετε γνωριμία με κάποιο ευυπόληπτο άτομο του κράτους ή της Εκκλησίας. Διαφορετικά, όσοι δεν είχαν τι απαραίτητες γνωριμίες, παρέμεναν στα σπίτια τους, χωρίς να μπορούν να λάβουν εκπαίδευση ή πήγαιναν, όταν αυτό ήταν εφικτό, στο σχολείο της περιοχής τους.99 Όποιος προσέφερε 2.000-10.000 δραχμές γινόταν αυτοδικαίως μέλος και δωρητής, αν έδινε 10.000-25.000 δραχμές ανακηρυσσόταν ευεργέτης και από 25.000 δραχμές και άνω Μέγας Ευεργέτης.

Οι κοιτώνες ήταν κοινοί για τα αγόρια και τα κορίτσια και μετά τα 14 τους χρόνια χωρίζονταν, επειδή όπως ανέφερε και η λογοδοσία του 1919, «Εν τω Σχολείω άρρενα και θήλεα ως αδέλφια ανατρεφόμενα συνδιδάσκονται εν απολύτω ισότητι. Επειδή όμως η τρυφερότης και αισθηματικότης των τυφλών είναι σημαντική, μας επιβάλλεται να χωρίζομεν τα φύλα από του 14ου έτους εις ιδιαίτερα Οικοτροφεία, προλαμβάνοντες σοβαρότερα μεταξύ νέων και νεανίδων αισθήματα, τα οποία πρέπει απολύτως να εμποδίζονται».101 Ο προαύλιος χώρος ήταν κοινός για όλους τους μαθητές και όπως ήταν φυσικό αγόρια και κορίτσια έρχονταν σε επαφή αρκετές ώρες την ημέρα με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ερωτικά συναισθήματα μεταξύ τους. Ποιές ήταν όμως οι αντιλήψεις για τη σύναψη γάμων των τυφλών στις αρχές του 20ού αιώνα; Στο ερώτημα αυτό έρχεται να μας απαντήσει η Ειρήνη Λασκαρίδου στο κείμενο που η ίδια σύναψε στη Λογοδοσία του 1919.

Γάμος μεταξύ τυφλών όχι μόνο διέτρεχε την πιθανότητα μεταβιβάσεως της τυφλότητας στους απογόνους αλλά και από πρακτική άποψη δεν μπορούσε να αποβεί ευτυχής. Η οικιακή τάξη και οικονομία, οι μύριες απαιτήσεις της καθημερινής ζωής θα υπενθύμιζαν διαρκώς την έλλειψη της σπουδαιότερης από τις αισθήσεις. Οι τυφλοί άντρες που μπορούσαν με την εργασία τους να συντηρήσουν την οικογένειά τους και η συμβίωση με μια καλή και βλέπουσα γυναίκα παρείχε άπειρα πλεονεκτήματα. Για την τυφλή όμως κόρη το πράγμα διέφερε. Πρώτα απ’ όλα πού θα βρισκόταν ο πλήρης αυταπάρνησης σύζυγος που θα δεχόταν να παντρευτεί μια μη βλέπουσα γυναίκα; Όση θέληση και να έχει η σύζυγος δεν θα κατάφερεν να ανταπεξέλθει στα οικιακά της καθήκοντα. Αλλά και να μπορούσε η σύζυγος να διατηρεί οικιακή βοηθό σύντομα θα πικραινόταν όταν αντιλαμβανόταν ότι η οικογένειά της προτιμούσε τις περιποιήσεις μιας ξένης γυναίκας και όχι της ίδιας συζύγου και μητέρας. Όχι δεν έπρεπε να παντρεύονται οι τυφλές κόρες, υποστηριζόταν στη Λογοδοσία, αλλά να εργάζονται στα εργαστήρια και να γίνονται χρήσιμες στην κοινωνία με τον τρόπο
αυτό.

Το Ίδρυμα και το Σχολείο μπορούσαν να το επισκεφτούν οι φιλάνθρωποι επισκέπτες και ημέρα επισκεπτηρίου είχε οριστεί η Πέμπτη. Στον κανονισμό παρακαλούνταν θερμά να τηρούν όσο ήταν δυνατόν την ημέρα αυτή και να μην προσέρχονται άλλες ημέρες. Κάθε παρατήρηση και απορία να εκφράζεται απευθείας στη διευθύντρια, η οποία και θα τους παρείχε κάθε πληροφορία σχετικά με τους τυφλούς. Επιπλέον, σημαντικό ήταν να μη δίνουν χρηματικά δώρα απευθείας στους τροφίμους, για να μη γεννιέται σε αυτούς η σκέψη ότι μπορούν να αποκτήσουν χρήματα χωρίς κόπο και χωρίς εργασία. Τέλος, να μη ρωτούν τα τυφλά παιδιά πώς και γιατί τυφλώθηκαν
ούτε να τους δείχνουν οίκτο, ώστε αυτά να μη νιώθουν μειονεκτικά.

Τα αίτια τυφλώσεως των μαθητών καταγράφονταν, άλλα χειρόγραφα και άλλα δαχτυλογραφημένα, στην καρτέλα του καθενός, μαζί με τον τόπο καταγωγής τους και την ηλικία τους. Μέχρι και τις αρχές του 1920 οι περισσότεροι τρόφιμοι ήταν εκ γενετής τυφλοί ή είχαν χάσει την όρασή τους λόγω ευλογιάς, ερυθράς, οστρακιάς, μηνιγγίτιδας, τυφοειδούς πυρετού ή μεταστατικής οφθαλμίας, συνεπεία γρίπης. Ελάχιστοι τρόφιμοι ήταν τυφλοί από χτύπημα στα μάτια. Από το 1922 κι ύστερα και ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1944-1950, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, ο αριθμός των τροφίμων αυξήθηκε και η πλειοψηφία τους έχει τυφλωθεί εξαιτίας
της εμπόλεμης κατάστασης που επικρατούσε.

Στο Δημοτικό Σχολείο έμπαιναν παιδιά μεγάλης ηλικίας, που ήδη είχαν φοιτήσει στο σχολείο της περιοχής τους προτού χάσουν την όρασή τους, ώστε να πάρουν απολυτήριο. Βέβαια, μέχρι το 1976, το απολυτήριο το δέχονταν στο γυμνάσιο ως κατά παρέκκλιση, γιατί το Υπουργείο Παιδείας δεν το είχε αναγνωρίσει ως ισότιμο
με εκείνο των γενικών δημοτικών σχολείων.

5.2.2 Ωρολόγιο Πρόγραμμα Μαθημάτων

Ας δούμε τώρα αναλυτικότερα το ωρολόγιο πρόγραμμα του Σχολείου και των εργαστηρίων, όπως παρουσιάζεται μέσα από το αρχειακό υλικό και σύμφωνα με τις προφορικές
μαρτυρίες απόφοιτων τροφίμων, εργαζομένων και πλέον συνταξιούχων.

Όσα παιδιά εισέρχονταν στα 5 1/2 χρόνια τους φοιτούσαν στην προπαρασκευαστική τάξη που υπήρχε. Αποτελούσε ένα είδος νηπιαγωγείο, η πρώτη αυτή τάξη με την οποία ξεκίνησε τη λειτουργία του ο Οίκος Τυφλών, όπου προετοιμάζονταν και εκπαιδεύονταν μέσω διαφόρων δεξιοτήτων (κυρίως κατασκευή αντικειμένων από πηλό)
για την ένταξή τους στην πρώτη δημοτικού.

Το γενικό πρόγραμμα της Σχολής είχε ως εξής:

6-7.30 Εγερτήριο. Ειδικές ασκήσεις ώστε να μάθουν οι μικροί μαθητές να πλένονται και να ντύνονται μόνοι τους. Τακτοποίηση των κοιτώνων από τους μεγαλύτερους.
7.30-8 Προσευχή. Α’ Πρόγευμα.
8-9.15 Μαθήματα και παίγνια.
9.15-9.20 Διάλειμμα.
9.20-10 Μάθημα.
10-10.30 Β’ Πρόγευμα και Διάλειμμα.
10.30-11.30 Μαθήματα.
11.30-11.35 Διάλειμμα.
11.35-12 Μάθημα.
12-12.15 Τακτοποίηση τάξεως, πλύσιμο χεριών.
12.15-2 Γεύμα και ξεκούραση. Τρεις φορές την εβδομάδα περίπατος.
2-4.30 Τεχνικά.
4.30-5 Δειλινό (μικρό γεύμα) και ξεκούραση.
5-6 Μελέτη.
6-7.15 Τα μικρότερα ελεύθερα ή μελετούν, τα μεγαλύτερα σπουδάζουν ή εργάζονται.
7.30 Δείπνο και προσευχή.
8 Κατάκλιση των μικρότερων. Το Σάββατο λουτρό.
8.30-9 Κατάκλιση των μεγαλύτερων.

Την Κυριακή εκκλησία, ανάγνωση και ερμηνεία του Ευαγγελίου, περίπατος και ελεύθερη ώρα για παιχνίδι.

Το σχολείο από το 1916 κι έπειτα έγινε εξατάξιο, ένας δάσκαλος για κάθε τάξη, τα εργαστήρια και τη μουσική.

Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται τα μαθήματα που διδάσκονταν οι μαθητές συνολικά.

Στις μικρές τάξεις, Α’, Β’, Γ’:
Θρησκευτικά
Διήγημα
Ανάγνωση
Στιγμογραφία (εκμάθηση γραφής Braille)
Πραγματογνωσία
Απαγγελία
Αριθμητική
Πατριδογραφία
Ασκήσεις αφής
Ρυθμικά παίγνια
Διπλωτά
Γυμναστική
Χορός
Πλαστική
Οικοδομική
Γαλλικά
Ωδική
Εκκλησιαστική μουσική
Μουσικογραφία
Πιάνο
Κώδωνες
Τεχνικές ασκήσεις
Ξεσκονίσματα και θελήματα

Στις μεγάλες τάξεις, Δ’, Ε’, ΣΤ’:
Θρησκευτικά
Ιστορία
Ελληνικά
Γραμμογραφία (για να αλληλογραφούν και με βλέποντες)
Γραμματική
Απαγγελία
Αριθμητική
Αντιγραφές βιβλίων σε Braille
Τυπωτική
Γεωγραφία
Γεωμετρία
Φυσική πειραματική
Φυσική ιστορία
Βιβλιοδετική
Γυμναστική
Χορός
Πλαστική
Γαλλικά
Ωδική
Εκκλησιαστική μουσική
Μουσικογραφία
Πιάνο, έγχορδα όργανα
Θεωρία μουσικής, υπαγορεύσεις μουσικής
Ορχήστρα
Χειροτεχνίες
Οικοκυρικά
Προγυμνάσεις μικρότερων

Το 1916-1917 φοιτούσαν συνολικά στο σχολείο 34 τρόφιμοι. Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τον αριθμό των μαθητών κάθε τάξης και την ηλικία τους.

Νηπιαγωγείο, 1 μαθητής, 5 ½ ετών
Α’ τάξη, 2 μαθητές, 7-10 ετών
Β’ τάξη, 4 μαθητές, 7-12 ετών
Γ’ τάξη, 6 μαθητές, 9-15 ετών
Δ’ τάξη, 5 μαθητές, 12-16 ετών
Ε’ τάξη, 2 μαθητές μουσικής, 15-17 ετών
ΣΤ’ τάξη, 4 μαθητές, 15-20 ετών
Ανίκανος τυφλονεφροπαθής, 1 μαθητής, 18 ετών
Επαγγελματικές τάξεις, 9 μαθητές, 11-24 ετών

Από το 1922 και μετά ο αριθμός των τροφίμων αυξήθηκε και ειδικότερα από το 1945 κι έπειτα, οπότε κάθε τάξη αριθμούσε 7-12 μαθητές.

Αφού τελείωνε το χειμερινό πρόγραμμα και η σχολική χρονιά αρκετοί από τους μαθητές επέστρεφαν στις εστίες τους από τον Ιούνιο μέχρι και τον Οκτώβριο, οπότε και ξανάρχιζε η νέα σχολική χρονιά, ενώ μερικοί που δεν είχαν πού να πάνε, παρέμεναν μέσα στο Οικοτροφείο. Γι’ αυτό το λόγο υπήρχε και το Θερινό Πρόγραμμα
που ήταν δομημένο ως εξής:

5.30-6 Έγερση και προετοιμασία
7.40 Πρόγευμα
8-11.30 Αντιγραφή, μελέτη, εργόχειρα, χειροτεχνίες
11.30-3 Γεύμα και κατάκλιση
3-5 Εργόχειρα, χειροτεχνίες
5-5.15 Δειλινό
5.15-7.30 Μουσική, Κηπουρική, Ξεκούραση
7.30 Δείπνο
9 Κατάκλιση μικρών
9.30 Κατάκλιση μεγάλων

Μέσα στις καθημερινές ασχολίες των μαθητών μεγαλύτερης ηλικίας, ήταν και η βοήθεια που προσέφεραν στο Ίδρυμα, παρέχοντας σε αυτό τις υπηρεσίες τους. Κάθε πρωί ορισμένοι αναλάμβαναν τον καθαρισμό των αιθουσών διδασκαλίας, άλλοι των κοιτώνων, των υαλοπινάκων και των διαδρόμων, άλλοι βοηθούσαν στην τραπεζαρία
και στο ξεσκόνισμα συμμετείχαν και οι μικροί.

Δυστυχώς το Προσωπικό δεν επαρκούσε γι αυτό και τα παιδιά έκαναν αυτές τις εργασίες. Άλλοι όπως είδαμε σκούπιζαν, άλλοι καθάριζαν πατάτες, φασόλια, αρακά και έπλεναν πιάτα. Ακόμη κι εκεί πολλές φορές υπήρχε η κοινωνική ανισότητα. Τρόφιμοι εύποροι μη θέλοντας να κάνουν τις αγγαρείες έδιναν λιγοστά χρήματα σε φτωχούς κι έτσι εξαγόραζαν τη βάρδια τους.109 Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω παρατηρούμε πως ο καταμερισμός της εργασίας δεν ήταν ισότιμος και πως οι μαθητές υποχρεώνονται σε ένα ασφυκτικό πρόγραμμα χωρίς να τους αφήνονται πολλά περιθώρια για παιχνίδι και ξεκούραση, αφού ο ελεύθερος χρόνος τους είναι περιορισμένος. Ζώντας σε ένα κλειστό περιβάλλον, σε αυτό δηλαδή της Σχολής τους, δεν τους δινόταν η δυνατότητα ενημέρωσης των κοινωνικών δρώμενων και μη μπορώντας να
βγουν έξω, αποκόβονταν άθελά τους από τις καθημερινές εξελίξεις.

Διαβάζοντας τον Κανονισμό σημειώνουμε τα εξής: «Υποχρεωτικά μαθήματα είναι: Θρησκευτικά και εκκλησιαστική μουσική, Φροιβελιαναί εργασία και παίγνια, Πραγματογνωσία, Ελληνικά, ανάγνωσις και γραφή, Αριθμητική, Ιστορία, Πατριδογραφία, Γεωγραφία, Φυσιογνωσία, Γεωμετρία, Πλαστική, Σχολική χειροτεχνία, Γυμναστική, Ωδική, Μουσική Θεωρία, Υγιεινή, Εργόχειρα. Εκμάθησις ενός τουλάχιστον επαγγέλματος και Κηπουρική. Προαιρετικά μαθήματα διδάσκονται: Ξέναι γλώσσαι ήτοι Γαλλικά, Γερμανικά ή Αγγλικά, οργανική μουσική, ήτοι κλειδοκύμβαλον, βιολίον κτλ., και άλλα. Τα προαιρετικά μαθήματα πληρώνονται ιδιαιτέρως και αρχίζουν μόνον τη υποδείξει ή τη συγκαταδέσει της διευθύντριας, ήτις, μετά ολιγόμηνον δοκιμασίαν, αποφένεται περί του αν τα μέλλοντα να διδαχθώσι μουσικήν ή ξένας γλώσσας
τυφλά έχουν της προσήκουσαν προς επιτυχίαν διάθεσιν και κλίσιν.»

Τις ώρες διαβάσματος οι μαθητές κάθε τάξης συγκεντρώνονταν σε μία αίθουσα. Ένας από αυτούς έκανε την ανάγνωση και οι υπόλοιποι άκουγαν και αποστήθιζαν. Κάθε μαθητής διέθετε το δικό του αναγνωστικό, το οποίο ήταν συνήθως η πιο παλιά έκδοση και είχε τυπωθεί στο Τυπογραφείο του «Φάρου» μετά το 1946. Τα υπόλοιπα βιβλία αναλογούσαν ένα για κάθε τάξη. Πριν από την ίδρυση του «Φάρου» αρκετές φορές οι ίδιοι οι δάσκαλοι έφτιαχναν τα βιβλία της ανάγνωσης και των μαθηματικών με τα μικρά πιεστικά που διέθετε η Σχολή. Σταθερή ύλη στον Οίκο Τυφλών δεν υπήρχε, δεν ακολουθούσαν δηλαδή κατά γράμμα την ύλη του Υπουργείο, αλλά οι δάσκαλοι
προσπαθούσαν με δικές τους μεθόδους να εκπαιδεύσουν τα παιδιά.

Το 1957-1958 προστέθηκαν δύο ειδικές τάξεις, η μία για μαθητές με νοητική στέρηση και η άλλη για τυφλοκωφούς. Δυστυχώς όμως το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας δεν ήταν το θεμιτό, γιατί η δασκάλα Φούλα Τσόγκα δεν ήταν ειδική παιδαγωγός, ελάχιστες γνώσεις ειδικής αγωγής κατείχε, απλά το έκανε γιατί της άρεσε να
προσφέρει βοήθεια.

5.2.3 Γραφή Braille

Ο Οίκος Τυφλών προμήθευε τα παιδιά από τη στιγμή της άφιξής τους τα απαραίτητα υλικά προς γραφή, δηλαδή χαρτί, δύο μικρές πινακίδες από αλουμίνιο, όπου με την πίεση των κενών που υπήρχαν και τον κατάλληλο συνδυασμό κουκίδων αποτυπωνόταν στο χαρτί η γραφή Braille. Η πινακίδα κόστιζε, κατά το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα, 6,5 δραχμές. Τα προμήθευε επίσης με μια επιπλέον πινακίδα, κατάλληλη για αντιγραφή, προς 9 δραχμές, κατάλληλες αντιγραφικές μηχανές ταχυγραφίας συστήματος Picht, κόστους 92 δραχμών, τυπωμένες σελίδες από λευκοσίδηρο (για διευκόλυνση της ανάγνωσης των αρχαρίων), προς 30 δραχμές, και
πολλά ακόμη χρήσιμα είδη απαραίτητα για τη γραφή.

Τη γραφή Braille τη διδάσκονταν οι μαθητές από τα έξι τους χρόνια ή και μεγαλύτεροι, εφόσον είχαν έρθει αργότερα στη Σχολή. Σύμφωνα με την Ειρήνη Λασκαρίδου η γραφή, ήταν τόσο εύκολη αφού και τα ξενόφωνα, τυφλά προσφυγάκια έμαθαν να κάνουν ανάγνωση στα ελληνικά μέσα σε λίγους μήνες. Στη σχολή καθιερώθηκε από την ίδια η Φροβελιανή μέθοδος διδασκαλίας, δηλαδή ένα σύστημα εκπαίδευσης με κύριο άξονα τη φυσική αγωγή και το παιχνίδι.

Το έτος 1928-1929 το Ίδρυμα φιλοξενούσε δύο μαθητές από την Αλβανία, έναν Αρμένιο και έναν Ισραηλίτη. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα έμαθαν να γράφουν και να διαβάζουν. Συνήθως, η δασκάλα της πρώτης και της δευτέρας δημοτικού ήταν τυφλή και μάθαινε αυτή τη γραφή στους μαθητές. Οι δασκάλες και οι δάσκαλοι
στις υπόλοιπες τάξεις ήταν βλέποντες.

5.2.4 Επιδόσεις και τιμητικές Διακρίσεις

Όσοι μαθητές είχαν καλές επιδόσεις στα σχολικά μαθήματα και στα εργαστήρια έδειχναν εργατικότητα, προθυμία και φιλοτιμία λάμβαναν κάθε χρόνο ένα μικρό χρηματικό ποσό σαν ανταμοιβή, το «Θεολόγειον Βραβείο». Επιπλέον, κάθε χρόνο, διακρίνονταν ανά δύο μήνες για την καλή τους συμπεριφορά, την ικανότητά τους στα οικιακά, για την πρόοδό τους στα μαθήματα και στις τεχνικές εργασίες και τα ονόματά τους καταγράφονταν σε έναν πίνακα τιμής.

5.2.5 Παραγωγή χειροτεχνημάτων

Πολύ ικανοποιητικά, σύμφωνα με τη διευθύντρια, ήταν τα αποτελέσματα της χειροτεχνίας κατά το έτος 1909. Οι μεγαλύτερη σε ηλικία μαθητές είχαν μάθει να κατασκευάζουν καρέκλες και να τις επιδιορθώνουν. Από τις αρχές ίδρυσης του Οίκου Τυφλών άρχισαν οι πρώτες παραγγελίες για επιδιόρθωση καλαμοπλεκτών καθισμάτων και οι τιμές κυμαίνονταν μεταξύ 3 και 5 δραχμών. Ακόμη, έχαιραν κομψότητας και φήμης τα χάνδρινα αλεξίφωτα (abat jours), τα ποικίλα κάνιστρα και τα λοιπά αντικείμενα, κατασκευασμένα από άχυρο και χόρτο και οι χάρτινες σακούλες. Τότε, οι μαθητές άρχισαν σταδιακά να εκθέτουν και να πωλούν διάφορα χειροποίητα αντικείμενα, όπως και πλεκτά ξεσκονιστήρια, ηνία και δικτυωτούς σάκους από σπάγκο, τσόχινους υφαντούς τάπητες και μαξιλάρια και πραγματοποιώντας όπως αναφέραμε και διορθώσεις καθισμάτων. Επίσης, μάθαιναν να κατασκευάζουν ψάθινες παντόφλες, καλάθια, ψωμιέρες, σουπλά, σουβέρ, ντύματα για μπουκάλια, υφαντά και καρέκλες από ροτέν. Στο μάθημα της χειροτεχνίας κάθε εβδομάδα οι μαθητές κατασκεύαζαν και από ένα αντικείμενο για το οποίο και βαθμολογούνταν. Αν τα κατάφερναν με τη χειροτεχνία μέχρι και τα δεκαοκτώ τους έτη, συνέχιζαν να μένουν μέσα στο Ίδρυμα και να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, προσκομίζοντας τους κι ένα
μικρό χρηματικό ποσό.

Το 1921 οι τρόφιμες που φοιτούσαν και εργάζονταν στα εργαστήρια παρέτειναν τα νυχτέρια τους, ώστε να πλέξουν όσο το δυνατόν περισσότερα μάλλινα είδη για τους Έλληνες στρατιώτες, που πολεμούσαν στο μέτωπο της Μικράς Ασίας, προκειμένου αυτοί να κρατούνταν ζεστοί. Αντί όμως η Πολιτεία να αναγνωρίσει όλη την προσπάθεια και τη βοήθεια που προσέφεραν οι τυφλοί κατά την εμπόλεμη χρονική περίοδο, το 1922 όχι μόνο επέταξαν όλους τους θαλάμους και τα εργαστήρια αλλά έβαλαν μέσα φθειροβριθείς πρόσφυγες, οι οποίοι κατέλαβαν τα κρεβάτια των μικρών μαθητών κραυγάζοντας στο προσωπικό: «Δε θα πάθουν τίποτε, αν κοιμηθούν κατά γης αυτά τα άχρηστα». Αυτές οι κουβέντες, σύμφωνα με την Ειρήνη Λασκαρίδου, πλήγωσαν τους μαθητές και τους έκαναν να κλάψουν.

Μερικές ακόμη ασχολίες των μαθητών, οι οποίοι τελείωναν το δημοτικό και όφειλαν να μάθουν κάποια τέχνη, ήταν η εμβαδοποιία, η ξυλουργική, η υφαντουργική, η ψηκτροποιία και τα πλεκτά. Οι απόφοιτοι της Σχολής, όπως θα αναφερθεί και παρακάτω, όσοι δηλαδή δε συνέχιζαν τις σπουδές τους στο Γυμνάσιο και στο Πανεπιστήμιο, ήταν μέλη παραγωγικά και χρήσιμα στην κοινωνία. Άλλοι εργάζονταν κατ’ οίκον και έστελναν προς πώληση την εργασία τους κατόπιν παραγγελιών, άλλοι έπαιζαν σε ορχήστρες βιολί και άλλα μουσικά όργανα, άλλοι ευδοκιμούσαν με το εμπόριο, αφού πωλούσαν ό,τι κατασκεύαζαν στις οικίες τους και κάποιοι έψελναν σε εκκλησίες
για να βγάλουν τα προς το ζην.

5.2.6 Μουσική και επαγγελματική κατάρτιση

Σημαντικό επαγγελματικό εφόδιο αποτελούσε για τους τυφλούς απόφοιτους η μουσική. Για το λόγο αυτό, από τους πρώτες κιόλας τάξεις του Δημοτικού μάθαιναν τους νότες και διδάσκονταν μουσικογραφία, θεωρία, ωδική, έγχορδα, πνευστά όργανα και πιάνο από τους τυφλούς δασκάλους τους. Μεταξύ των οργάνων που διάλεγαν να μάθουν ήταν κιθάρα, μαντολίνο, βιολοντσέλο, πλαγίαυλο και σάλπιγγα. Όσοι είχαν κλίση στη μουσική ο Οίκος Τυφλών αναλάμβανε να τους στείλει στο Ωδείο ώστε να τελειοποιήσουν τους σπουδές τους και η μόρφωση αυτή να τους ωφελήσει επαγγελματικά. Ο Κανονισμός της Σχολής όριζε το εξής: «Ιδιαίτεραι συμφωνίαι γίνονται μεθ όσων τυφλών, και κατόπιν επιτυχούς περατώσεως των τάξεων του Εκπαιδευτηρίου, επιθυμούν να τελειοποιηθούν προς απόκτησιν διπλώματος Ωδείου,
διδασκαλείου, γυμνασίου και πανεπιστημίου».

Στο Ωδείο σπούδαζαν δύο περίπου χρόνια επιπλέον και αποκόμιζαν Πτυχίο είτε Βυζαντινής μουσικής, είτε κάποιου μουσικού οργάνου.

5.3 Διατροφή, Δωρεές και Ιατρική Περίθαλψη

«Μικρό καχεκτικό και ημίγυμνο μας έφεραν ένα Κρητικάκι την παραμονήν του νέου έτους. Το πρωί έτρωγεν απλείστως άφθονο ψωμί με την σοκολάταν του, κατόπιν δε την μεσημβρίαν, το δειλινόν και το βράδυ, όταν οι άλλοι έτρωγον και το περεκίνουν να φάγη, εκέινο μεμψιμοιρόν έλεγεν: “Ωχ! Πάλιν φαγί; Εμείς στην Πατρίδα, μια φορά μόνον τρώμε”. Τέλος δε με φιλοσοφικήν αποφασιστικότητα απεφάνθη: “Άι! σιγά, σιγά θα συνειθίσω κι εγώ”. Τι σπάνιον πράγμα να στενοχωρήται κανείς
δια να συνηθίσει εις την καλοπέρασιν!.»

Το παραπάνω απόσπασμα εμπεριέχεται στη Λογοδοσία του 1928, όταν στον Οίκο Τυφλών κατέφτασε από την Κρήτη ένα τυφλό παιδί για να παρακολουθήσει τα μαθήματα στο σχολείο. Μεγάλη εντύπωση μας προκαλεί σήμερα αλλά και τότε το γεγονός ότι ο μικρός μαθητής ήταν άμαθος στο να τρώει αρκετές φορές την ημέρα και όπως αναφέρει και ο ίδιος στην πατρίδα του έτρωγαν μόνο μια φορά. Μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα η ζωή στα χωριά ήταν πολλές φορές απελπιστική και οι συνθήκες διαβίωσης πολύ δύσκολες. Οι άνθρωποι σπάνια έτρωγαν κρέας και σοκολάτα, τα οποία θεωρούνταν είδη πολυτελείας. Αντιθέτως, στον Οίκο Τυφλών, χάρη στις δωρεές που έκαναν οι ευκατάστατοι φιλάνθρωποι τα παιδιά και το προσωπικό του Ιδρύματος βρίσκονταν σε πλεονεκτικότερη θέση. Αυτό προκύπτει και από μαρτυρία άλλου τροφίμου, ο οποίος με θαυμασμό αναφέρει πως έτρωγαν και κρέας και οι συνθήκες, όσο αφορά τη διατροφή, ήταν εξαιρετικές, συγκριτικά με ότι επικρατούσε στην
υπόλοιπη Ελλάδα.

Ένα ακόμη είδος πολυτελείας που παρεχόταν στους μικρούς μαθητές μετά το 1940 ήταν η σοκολάτα. Τα παιδιά από τα χωριά δεν είχαν ξαναφάει, αφού εκεί τρέφονταν συνήθως με χόρτα, σαλιγκάρια και όσπρια.127 Στους πιο εύπορους όμως μαθητές τα φαγητό μέσα στο Ίδρυμα δεν τους άρεσε καθόλου. Μετά το 1950 η Αμερικανική βοήθεια ήταν σημαντική αφού τους παρείχε, όπως και σε πολλά ακόμη σχολεία της Ελλάδας, γάλα σε σκόνη, μαρμελάδα και βούτυρο.

Σύμφωνα με το διαιτολόγιο του Οίκου Τυφλών το καθημερινό πρόγραμμα διατροφής των μαθητών αποτελούνταν από:

Πρόγευμα 7.30 π. μ.
Κάθε παιδί 60 δράμια γάλα με λίγο καφέ, ένα κομμάτι άρτο και ένα βόλο ζάχαρης Σε περίοδο νηστείας φασκόμηλο (σπάνια καφέ), ένα κομμάτι άρτο και δύο βόλους ζάχαρης.
Διάλειμμα 10 πμ.
Ένα κομμάτι άρτος (μετά το 1940 μαρμελάδα και θρεψίνη) και το χειμώνα ο άρτος συνοδευόμενος από μουρουνέλαιο.
Γεύμα 12.15
Κυριακή Κρέας ψητό ή μπριζόλες με γεώμηλα ή χόρτα ή ντομάτες ή ντολμάδες ή γεμιστά κολοκύθια.
Δευτέρα Μακαρονάδα ή πιλάφι με σαλάτα.
Τρίτη Σούπα και κρέας βραστό με χόρτα ή κρέας με χόρτα.
Τετάρτη Όσπρια ή ψάρια και χόρτα ή σπανάκι με ρύζι.
Πέμπτη Κεφτέδες με χόρτα ή κρέας με χόρτα.
Παρασκευή Όσπρια και χόρτα ή γεώμηλα γιαχνί ή κόκκινη κολοκύθα.
Σάββατο Κρέας με χόρτα ή όσπρια ή βραστό με χόρτα ή γεώμηλα. Σε περίοδο νηστείας τα παραπάνω φαγητά αντικαθιστώνται από πολλά λαχανικά, λαζάνια, ρύζι και
όσπρια.
Δειλινό 4,15 μμ.
Ένα κομμάτι άρτο με φρούτα εποχής ή μέλι ή άλλο γλύκισμα που έχει δοθεί από δωρεές.
Δείπνο 7.30 μμ.
Κάθε παιδί ένα βραστό αυγό, γάλα και άρτο ή ρυζόγαλο. Σε περίοδο νηστείας φασκόμηλο ή σαλέπι με ελιές ή σούπα με ρύζι ή χαλβά ή μέλι με κάστανα.
Κυριακές και εορτές φρούτα και γλυκίσματα.
Οι δασκάλες και οι νηπιαγωγοί τρώνε μαζί με τα παιδιά τα ίδια ακριβώς φαγητά εκτός από το δείπνο στο οποίο τρώνε και ότι έχει περισσέψει από το μεσημέρι.
Διαιτολόγιο Υπηρεσίας
Α’. Πρόγευμα
Καφές ή φασκόμηλο με ζάχαρη και άρτο
Β’. Πρόγευμα
Ένα κομμάτι άρτο
Γεύμα
Ό,τι και τα παιδιά
Δείπνο
Χόρτα ή γεώμηλα ή ελιές ή κρεμμύδια ή ταραμά ή ρέγγες ή τυρί

Σε ορισμένες Λογοδοσίες, ιδιαίτερα σε εκείνες των ετών 1948 και 1949, αναγράφονται αναλυτικά τα βρώσιμα προϊόντα που προσέφεραν οι φιλάνθρωποι στο Ίδρυμα και το όνομα του καθενός. Πιο συγκεκριμένα, παρείχαν στον Οίκο Τυφλών: τσουρέκια, κουραμπιέδες, χριστόψωμα, σύκα, αυγά, καραμέλες, παξιμάδια, λουκούμια, κέικ, κρασί, τυριά, λάδι, καφέ, κρέας, μακαρόνια, λαχανικά και οπωρικά. Επιπλέον, εκτός απ την διατροφή, φρόντιζαν και για την ενδυμασία των παιδιών και για την ψυχαγωγία τους, χαρίζοντας φορέματα στα κορίτσια, κοστουμάκια κάλτσες και παντόφλες στα αγόρια και είτε τους μίσθωναν κάποιο αυτοκίνητο για να κάνουν μια εκδρομή είτε τα μετέφεραν και οι ίδιοι με τα ιδιωτικά τους αυτοκίνητα στην ύπαιθρο. Όλα αυτά, για την περίοδο που αναφερόμαστε, ήταν πολυτέλειες, όπως επισημαίνει και σε έκθεσή της η Ειρήνη Λασκαρίδου, ιδιαίτερα το φαγητό, αφού τα παιδιά που έμεναν μέσα προέρχονταν από φτωχά λαϊκά στρώματα και όλα
αυτά μπορεί να μην τα είχαν καν διανοηθεί.

Όσον αφορά την ιατρική περίθαλψη που περεχόταν από τον Οίκο τυφλών, χρειάζεται να αναφερθεί πως κι εκεί τα πράγματα ήταν καλά. Κάθε Σάββατο τα παιδιά έκαναν το μπάνιο τους ώστε να αποφεύγονται ασθένειες που προέρχονταν από άσχημες υγειονομικές συνθήκες και καθημερινά βούρτσιζαν τα δόντια τους. Με χαμομήλι οι επιμελήτριες φρόντιζαν τα μάτια τους κάνοντάς τους αντισηπτικές πλύσεις. Μέσα στο Ίδρυμα υπήρχε ιατρείο. Ο υπεύθυνος ιατρός, όποτε ήταν απαραίτητο, ζητούσε με επιστολή του προς το λαϊκό φαρμακείο Καλλιθέας, γάζες, βαμβάκι, ασπιρίνες και αλοιφές μενθόλης.

5.4 Εκδρομές, Κυριακές, Αργίες, Ψυχαγωγία

Ήδη απ το 1909 ο Οίκος Τυφλών είχε αρχίσει να οργανώνει μικρές εκδρομές για τους λιγοστούς μαθητές του αλλά και θεατρικές παραστάσεις. Η ψυχαγωγία αποτελούσε βασικό συστατικό για τη διάπλαση της προσωπικότητας των μικρών τυφλών καθώς, όπως γράφεται και μέσα στη Λογοδοσία του 1909, πολλά από τα παιδιά που κατέφθαναν εκεί ήταν θλιμμένα και δεν είχαν τη διάθεση ούτε να γελάσουν. Το Ωδείο Αθηνών επέτρεπε τους να παρακολουθούν δωρεάν τις περισσότερες συναυλίες του Δημοτικού θεάτρου. Γιορτές και Κυριακές σήμαινε περιβολή εορτάσιμου στολής. Φορούσαν τα καλά τους ρούχα, πήγαιναν στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής η οποία χτίστηκε το 1952 και βρισκόταν εντός του Ιδρύματος, διάβαζαν το ευαγγέλιο και έψελναν. Αφού τελείωνε ο εκκλησιασμός και αν ο καιρός το επέτρεπε πήγαιναν μια κοντινή εκδρομή σε έναν υπαίθριο χώρο. Εκεί έτρωγαν και γλυκίσματα, τραγουδούσαν και οι χαρούμενες παιδικές φωνές και γέλια ακούγονταν σε όλη την Καλλιθέα.

Την επόμενη δεκαετία άρχισαν να πηγαίνουν και για θαλάσσια λουτρά και σε μερικές συναυλίες. Και οι ίδιοι οι τρόφιμοι όμως οργάνωναν θεατρικές παραστάσεις, όπου τραγουδούσαν, έπαιζαν κωμωδίες και μουσικά όργανα. Πολλοί κάτοικοι της Αθήνας αγόραζαν εισιτήρια και παρακολουθούσαν τις παραστάσεις τους.

Πριν από το 1956, τη χρονιά που έγινε δωρεά ένα εικοσαθέσιο μικρό λεωφορείο στον Οίκο Τυφλών για να κάνουν πιο άνετα τα παιδιά τις βόλτες τους, οι μικροί μαθητές πήγαιναν κοντινούς περιπάτους κατά μήκος του Ιλισού, στο Φάληρο ή και πιο μακριά, με τη συνοδεία φυσικά κάποιων εθελοντών χριστιανών και ιερέων.

Αυτοί, επισκέπτονταν το Ίδρυμα και πολλές φορές έπαιρναν μια μικρή ομάδα παιδιών με τα δικά τους αυτοκίνητα ή μίσθωναν άλλα και πήγαιναν όλοι μαζί σε Νοσοκομεία, Γηροκομεία και Οικοτροφεία, ώστε οι τυφλοί μαθητές να έρθουν σε επαφή και με άλλα Ιδρύματα. Λόγω του συνεχούς εγκλεισμού τους μέσα στον Οίκο Τυφλών τα παιδιά ένιωθαν έντονα την ανάγκη να αποδράσουν και περίμεναν με ανυπομονησία την επόμενη εκδρομή τους. Ακόμη, επισκέπτονταν την Ακρόπολη, τον Πύργο της Βασιλίσσης στα Λιόσια, την περιοχή του Διονύσου και της Βουλιαγμένης. Όσα παιδιά έκαναν προσκοπισμό, οδηγισμό ή κατηχητικό, λάμβαναν μέρος σε περισσότερους περιπάτους και κάθε Κυριακή, στα μέσα του αιώνα, ο δήμος τους έδινε το απορριμματοφόρο ως όχημα μετακίνησης.132 Κάποιος φορές τα καλοκαίρια διεξήγαν οι δάσκαλοι τριήμερες εκδρομές στη Χαλκίδα, όπου εκεί όλοι μαζί απολάμβαναν τη θάλασσα.

Ο προσανατολισμός ήταν απαραίτητος και όφειλε να τον γνωρίζει κάθε μικρός μαθητής. Τα πρώτα του βήματα τα έκανε μέσα στον προαύλιο χώρο της Σχολής, γύρω από τον κήπο και μέσα στα δωμάτια. Δεν επιτρεπόταν να βγαίνουν μόνοι τους έξω πριν τα 16 τους χρόνια. Στην αρχή, διστακτικά, οι μικροί τυφλοί μιμούνταν τις δασκάλες τους στο τρέξιμο και στα παιχνίδια. Αυτές, τους παρακινούσαν με στοργή και ευγένεια να χαρούν την ελευθερία τους και να περιορίσουν τους φόβους τους: «Δεν τρέχεις! διατί; εδώ δεν έχεις κανέν κακό να πάθης! Όλοι σ’ αγαπούν.» «Μη μένεις σιωπηλός, φώναξε, τραγούδησε διά να ομοιάσης τα χαρωπά πουλάκια, που ψάλλουν εις τα μεγάλα δέντρα». Μέσα σε αυτό το κλίμα τα τυφλά παιδιά έτρεχαν, γελούσαν, πηδούσαν χωρίς να φοβούνται μήπως και χτυπήσουν, διοργάνωναν εμποροπανηγύρεις, βαφτίσεις κουκλών μετά προσκλήσεων, χορούς, πολέμους με ξύλινα όπλα, χάρτινες σημαίες και περικεφαλαίες.

Η κινητικότητα πριν από το 1980 δεν διδάσκονταν μέσα στο Ίδρυμα. Μόνοι τους οι μικροί μαθητές με την παρότρυνση των δασκάλων και των επιμελητριών μάθαιναν πρώτα να κινούνται στο χώρο και μετά έξω στο δρόμο πώς να κυκλοφορούν ανεξάρτητοι. Πολύ αργότερα η κινητικότητα εντάχθηκε στο πρόγραμμα του Κ.Ε.Α.Τ ως
απαραίτητο εφόδιο.

συνεχίζεται σε επόμενο email

 http://www.eoty.gr/main/text.asp#startpage



________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
__________
Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και παγκόσμιο 
ρεπερτόριο επισκεφθείτε το
http://www.isobitis.com

______________

Απαντηση