Η εκπαιδευτική διαδικασία και η επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα (3ο μέρος)

Διπλωματική εργασία τής Άννας Θεοδωρή τού έτους 2013, με θέμα: «Η εκπαιδευτική διαδικασία και η επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών στην Ελλάδα κατά
τον 20ό αιώνα»: Κεφάλαια τρίτο και τέταρτο.

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Το αναπηρικό κίνημα στην Ελλάδα και οι συνδικαλιστικές διεκδικήσεις των τυφλών

3.1 Οι πρώτες προσπάθειες του αναπηρικού κινήματος

Το πρώτο Καταστατικό στην Ευρώπη που αναφέρεται ιδιαίτερα στα ανάπηρα άτομα και διαπραγματεύεται κατά κάποιον τρόπο τη φροντίδα τους, ήταν οι Νόμοι των Φτωχών, στην Αγγλία. Οι πρώτοι απ’ αυτούς εξαγγέλθηκαν το 1601 μ.Χ.. Το 1634 ο San Vicente De Paul, Άγιος της Καθολικής Εκκλησίας, δημιούργησε ένα Ίδρυμα για την προστασία των ανάπηρων παιδιών που αποτελούσαν θύματα στυγνής εκμετάλλευσης για να πετύχουν ελεημοσύνη διαμέσου του οίκτου που προκαλούσε η αναπηρία τους. Ήταν το πρώτο Ίδρυμα στον κόσμο για την αποκλειστική φροντίδα των παιδιών.69

Πριν εξετάσουμε τη νομοθεσία που διέπει την εκπαίδευση, την πρόνοια και την επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών, κρίνουμε πως είναι χρήσιμο να αναφερθούμε σύντομα, στη δημιουργία του αναπηρικού κινήματος στην Ελλάδα και ειδικότερα στις κινήσεις των μη βλεπόντων, αναπτύσσοντας τη συμβολή των συνδικαλιστικών
τους ομαδοποιήσεων στην ανάπτυξη και ενδυνάμωση αυτού του κινήματος.

Η πρώτη αντιστασιακή διαδήλωση την περίοδο της Κατοχής έγινε από τους ανάπηρους πολέμου 1940-1941 με πορεία στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Κατέβηκαν στην πορεία με τις πατερίτσες τους, τα αναπηρικά καροτσάκια, διεκδικώντας βελτίωση της κατάστασης στα νοσοκομεία και της διαβίωσής τους, τόσο σε τρόφιμα όσο και σε νοσηλεία. Αρχικά βεβαίως, αυτό το κίνημα ήταν ανοργάνωτο, αυθόρμητο. Μετά την ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ), το Σεπτέμβρη του 1941, πήρε οργανωμένο χαρακτήρα ως σημαντικό κομμάτι του λαϊκού απελευθερωτικού κινήματος. Μέσα στα νοσοκομεία, για παράδειγμα, με κάθε δυνατή προφύλαξη, και σ’ αυτό συνέβαλαν οι ανάπηροι, συνεδρίαζε η Οργάνωση Προστασίας Λαϊκού Αγώνα (ΟΠΛΑ), η Λαϊκή Πολιτοφυλακή, που είχε ιδρύσει το ΕΑΜ. Μέσα στο ΕΑΜ οργανώθηκαν και τα Α.Μ.Ε.Α κατά πεντάδες. Η μία πεντάδα απ’ την άλλη δε γνώριζε άλλους παρά μόνο έναν κι εκείνον με ψευδώνυμο. Στις 30 Νοέμβρη του 1943 οι ταγματασφαλίτες έκαναν επίθεση. Στις 2 μετά τα μεσάνυχτα, αφού μπλόκαραν όλα τα νοσοκομεία, μπήκαν στους θαλάμους, άρπαζαν στους ώμους ακρωτηριασμένους ανάπηρους, παραπληγικούς, όλους όσοι ήταν ανίκανοι να κινηθούν, τους σώριασαν στα φορτηγά και τους μετέφεραν στις φυλακές Χατζηκώστα. Τους άλλους χωρίς χέρια, με δερμάτινο θώρακα, με τραύματα στο κρανίο, τυφλούς, απ’ το ένα ή τα δυο μάτια τους, παραμορφωμένους, φυματικούς τους μετέφεραν επίσης στις φυλακές Χατζηκώστα και στο στρατόπεδο
Χαϊδαρίου.

Το 1955 ιδρύθηκε το δεύτερο σωματείο αναπήρων από απόφοιτους του Κέντρου Αποκατάστασης Κινητικά Αναπήρων. Παράλληλα, ιδρύθηκαν και άλλα σωματεία αναπήρων: Ένωση Κωφών Ελλάδας, Σύλλογοι Πολιομυελιτικών, Πανελλήνιος Σύλλογος Παραπληγικών, Πανελλήνιο Αναπηρικό Κίνημα κ.λπ.

Στην περίοδο αυτή εμφανίζονται, για πρώτη φορά, οι Σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων, ένα φαινόμενο θετικό, γιατί έτσι διευρύνεται το μέτωπο του αναπηρικού κινήματος από εκείνους που άμεσα έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να ασχολούνται με τα θέματα αυτά.

Το 1960 ιδρύθηκε η Π.Ε.Γ.Κ.Α.Α.Π.- Ν.Υ., η πρώτη δηλαδή Πανελλήνια Ένωση Γονέων και Κηδεμόνων Ατόμων Παιδιών– Νοητικά Υστερούντων. Αποτέλεσε ένα αποφασιστικό βήμα του γονεϊκού κινήματος που για πρώτη φορά ανέλαβε τις τεράστιες ευθύνες του, περιορίζοντας την ασύδοτη δράση των διαχειριστών της φιλανθρωπίας πάνω στις τύχες των παιδιών τους. Είναι ίσως η πρώτη φορά που άρχισε να συνειδητοποιείται από τους γονείς ότι δεν πρέπει να προσπαθούν να αποποιούνται με κάθε τρόπο την τύχη ενός παιδιού με ειδικές ανάγκες παραδίδοντάς το στις βουλήσεις της ψευδοφιλανθρωπίας. Στην φάση αυτή, κάτω από το βάρος των κοινωνικών εξελίξεων, των πιέσεων και των αναγκών του λαϊκού κινήματος, έχουμε μια μεγαλύτερη πρόσβαση περισσότερων κοινωνικών ομάδων στο χώρο της παιδείας. Οι επιδράσεις αυτές επηρεάζουν και τη ζωή των αναπήρων και έτσι έχουμε από δεκαετία σε δεκαετία όλο και περισσότερους αναπήρους μορφωμένους, ώστε να σπάσει η ελίτ των ολίγων, που ήταν κυρίως τα καλά παιδιά των φιλανθρωπικών οργανώσεων. Ο ρόλος αυτών των ανθρώπων υπήρξε αρνητικός, γιατί ποτέ τους δεν μπόρεσαν να ζήσουν χωρίς προστασία. Γι’ αυτό, κάθε τους προσπάθεια να εμφανιστούν σαν πνευματική ηγεσία του χώρου θεωρείται τουλάχιστον προκλητική.

3.2 Οι κινητοποιήσεις των τυφλών και οι συνδικαλιστικές τους οργανώσεις

Συγκεκριμένα τώρα, όσον αφορά τα άτομα με προβλήματα όρασης την περίοδο αυτή (1932-1976), έχουμε την ανάπτυξη της πρώτης προσπάθειας ανεξαρτητοποίησης των προσώπων με ειδικές ανάγκες, απαγκίστρωσής τους από την καταθλιπτική προστασία της φιλανθρωπίας και αμφισβήτησης του ρόλου της. Είναι μια εποχή που τα άτομα με αναπηρία δέχονται τις επιδράσεις των μεγάλων αγώνων και διεκδικήσεων του λαϊκού κινήματος.

Το 1932 ιδρύεται ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών. Είναι το πρώτο Σωματείο που δημιουργείται από τους ίδιους τους τυφλούς και διοικείται απ’ αυτούς. Δίκαια μπορεί να θεωρηθεί οριακό γεγονός για την εξέλιξη του αναπηρικού κινήματος, καθώς είναι η πρώτη φορά που μια ομάδα τυφλών, ξεπερνώντας τον παθητικό τρόπο διαβίωσής της, παίρνει την πρωτοβουλία να αυτοοργανωθεί, καταπιεζόμενη από τις συνθήκες τις ζωής της. Είναι η πρώτη φορά που συνειδητοποιούν ότι πρέπει να αυτενεργήσουν, να διεκδικήσουν και να κατακτήσουν τη ζωή. Αποτελεί ένα φαινόμενο που προσδιορίζει την αρχή της αμφισβήτησης στη σχέση προστάτη και προστατευόμενου, αντανακλώντας τη βούληση του δεύτερου για τις προθέσεις και το ρόλο του πρώτου. Συνεπάγεται μία ρήξη στη σχέση μεταξύ των φιλανθρώπων και των τυφλών, αφού πλέον διεκδικούν τα δικαιώματά τους, όχι επαιτώντας από τους πρώτους, αλλά απαιτώντας από το οργανωμένο κράτος.

Η πρώτη δυναμική διεκδίκηση σημειώνεται το 1934, όταν μια ομάδα τυφλών, εξαντλώντας κάθε περιθώριο ανοχής ενός εξευτελιστικού τρόπου ζωής μέσα στην επαιτεία και τον παρασιτισμό, αποφασίζει να χρησιμοποιήσει νέους τρόπους για τη διεκδίκηση δικαιωμάτων στη ζωή. Η πρώτη δυναμική κινητοποίηση είναι πλέον γεγονός. Κάτω από την καθοδήγηση του Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών, οι τυφλοί πέφτουν στις γραμμές των τραμ εκείνης της εποχής στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας, έξω από το πολιτικό γραφείου του Πρωθυπουργού Παναγή Τσαλδάρη, ζητώντας κοινωνικά μέτρα. Ο τότε Πρόεδρος του Συνδέσμου Γιώργος Δημόπουλος, διηγείτο ότι δόθηκε εντολή στο διοικητή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας να ρίξει νερό και μελάνι κατά των ταραξιών, πράξη την οποία εκείνος αρνήθηκε. Έπειτα από την παρέμβαση και των Φιλελευθέρων, οι οποίοι αποτελούσαν την τότε αντιπολίτευση, δέχτηκε ο τότε Πρωθυπουργός Π. Τσαλδάρης αντιπροσωπεία των τυφλών, παρουσία και του Στρατηγού Κονδύλη. Όταν έθεσαν οι τυφλοί τα αιτήματά τους, τους είπε χαρακτηριστικά ο Κονδύλης: «Εσείς οι τυφλοί ζητιανεύετε όλη μέρα, μετά μεθάτε και σπέρνετε παιδιά και θέλετε να τα συντηρεί το Κράτος». Τα παραπάνω λόγια αποτυπώνουν την αντίληψη της εποχής που δεν διανοείται την ευθύνη που πρέπει να
έχει το Κράτος στην ανάληψη μέτρων κοινωνικής πολιτικής.

Ο πρώτος αυτός αγώνας, που αποτέλεσε το προΐμιο των μετέπειτα διεκδικήσεων, είχε σαν αποτέλεσμα την παροχή κάποιου επιδόματος στους τυφλούς της Αθήνας που επαιτούσαν. Το κυρίαρχο αυτό γεγονός καλλιέργησε για πρώτη φορά στο χώρο το σπέρμα της πολιτικοποίησης, πράγμα που θα βοηθήσει στον προσδιορισμό των αιτιών που οδηγούσαν στην περιθωριοποίηση των ατόμων αυτών. Για πρώτη φορά περνάνε στο χώρο προβληματισμοί, πως η μοίρα, η κακομοιριά, η επαιτεία και ο παρασιτισμός δεν είναι φαινόμενα που γεννά το πρόβλημα της αναπηρίας, αλλά τα επιβάλλει στα άτομα αυτά το σύστημα. Ακόμη, ότι το άπλωμα του χεριού δεν είναι ο μόνος δρόμος για την εξασφάλιση στοιχειωδών βιοτικών αναγκών, αλλά υπάρχουν άλλοι δρόμοι που οδηγούν με αξιοπρεπέστερο τρόπο στην κατάκτηση της ζωής, της εκπαίδευσης και της εργασίας. Η κοινωνική αυτή επανάσταση, εξέφρασε οριστικά την αμφισβήτηση ρόλων και σχέσεων των τυφλών και της κοινωνίας. Αμφισβήτησαν οι τυφλοί την υποχρέωσή τους να είναι προστατευόμενοι και το δικαίωμα κάποιων να είναι προστάτες. Αρνήθηκαν σε κάποιους ιδιώτες να διαχειρίζονται την τύχη τους και αυτοί να είναι τα διαχειριζόμενα πλάσματα. Ο αγώνας για «μόρφωση, ψωμί, δουλειά και όχι ζητιανιά», περιέκλειε το περιεχόμενο, τους στόχους και τη φιλοσοφία εκείνης της ιστορικής για τους τυφλούς αναμέτρησης. Ήταν η πρώτη φορά που μια ομάδα αναπήρων που ζούσε στο κοινωνικό περιθώριο, δεν επαιτούσε λύσεις στα προβλήματά της, αλλά απαιτούσε δυναμικά και διεκδικητικά τα αναφαίρετα δικαιώματα στη μόρφωση, στη δουλειά και στη ζωή.

Η κοινωνική εξέγερση των τυφλών ουσιαστικά ξεκίνησε το 1976. Το έτος εκείνο αποτελεί σταθμό για τη ζωή των τυφλών στην Ελλάδα. Στις 2 Μαΐου, ξέσπασε η μεγάλη κοινωνική εξέγερση των τυφλών, η οποία ανέτρεψε τη μέχρι τότε κατάσταση, όχι μόνο στον τρόπο ζωής των τυφλών, αλλά και στη σκέψη τους. Η χρονική περίοδος από το 1976 μέχρι σήμερα, είναι μια περίοδος που το κίνημα των τυφλών και γενικά των αναπήρων, τροχοδρόμησε μια αυτόνομη πορεία με στόχο τη δημιουργία του ίδιου σημείου εκκίνησης με την υπόλοιπη κοινωνία. Μέχρι τότε, ήταν γεγονός πως μέσα στη σκέψη των αναπήρων κυριαρχούσε η παθητικότητα, η μοιρολατρία
και η μιζέρια.

Το 1975 υπήρχαν κυρίως δύο κοινωνικοσυνδικαλιστικά σωματεία τυφλών στην Ελλάδα: ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών που αποτελείτο κυρίως από τους αναγκασμένους για την εξασφάλιση του προς το ζην επαιτούντες τυφλούς και το Εθνικό Συμβούλιο Τυφλών Ελλάδος, που αποτελείτο από τους κατά κάποιον τρόπο μορφωμένους και επαγγελματικά αποκατεστημένους τυφλούς. Αφού στο δεύτερο αυτό φορέα έγιναν ορισμένες διεργασίες, ξεπεράστηκαν συγκεκριμένες αρνητικές στάσεις ζωής των μορφωμένων τυφλών απέναντι στους επαιτούντες συναδέλφους τους. Ήταν μια σημαντική προσπάθεια, γιατί το σύστημα τροφοδοτούσε και συντηρούσε τις διαφορές αυτές όχι μόνο στο χώρο των τυφλών, αλλά και στους υπόλοιπους χώρους προσώπων με ειδικές ανάγκες.

Επικράτησαν, λοιπόν, στο Εθνικό Συμβούλιο Τυφλών οι απόψεις που οδηγούσαν στη συγχώνευση των δύο αυτών φορέων, αφού ξεπεράστηκαν τα ψευτοδιλήμματα εκείνων, που ήθελαν τους συλλόγους καφενεία ρατσιστικής αυτοπεριθωριοποίησης. Παράλληλα, ανατράπηκε και στον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Τυφλών η περιβόητη διοίκηση της εποχής εκείνης, της οποίας μοναδικό μέλημα στη διάρκεια της δικτατορίας δεν ήταν η βελτίωση της άθλιας κατάστασης των τυφλών, αλλά ο αποκλεισμός από τις όποιες εκλογές των χαρακτηρισμένων ως αριστερών τυφλών, καθώς και η στήριξη των επιλογών εκείνου του καθεστώτος. Έφτασε, μάλιστα, στο σημείο να προσφέρει από το πενιχρό ταμείο του συλλόγου για το «μέγα τάμα του έθνους» του Παπαδόπουλου. Έτσι, κυοφορήθηκε η ενότητα των δύο συλλόγων και γεννήθηκε ένας δυναμικός και αποφασιστικός φορέας που συμπύκνωνε και συγκέντρωνε την απόφαση των πολλών για ένα καλύτερο μέλλον.

Στη δεκαετία που προηγήθηκε της περιόδου αυτής, παρατηρούμε μια βαθιά πολιτικοποίηση στο χώρο των τυφλών. Αρχίζει πλέον να γίνεται κοινή συνείδηση στον ευρύτερο χώρο αυτών των ατόμων, με συνέπεια τον προσδιορισμό των αιτιών που οδηγούσαν μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων σε κοινωνικά αδιέξοδα. Οι τυφλοί πρώτοι και αργότερα, μέσα από την επίδραση των αγώνων, οι υπόλοιπες κατηγορίες αναπήρων, αυτοπροσδιορίζονται αρνούνται τον παθητικό τρόπο αποδοχής ρύθμισης της τύχης τους και δρομολογούν την αναγκαία ιστορική πορεία για κατάκτηση κοινωνικών δικαιωμάτων μέσα από τη δική τους δυναμική αυτενέργεια. Η συμμετοχή ορισμένων αναπήρων, κυρίως τυφλών, στην αντίσταση κατά της χούντας, περιέχει τα σπέρματα της πολιτικοποίησης αυτού του χώρου. Η απόφαση δε μιας ομάδας τυφλών, κάτω από το βάρος της απόγνωσης, να καταλάβουν το 1972 το προαύλιο της Βουλής, όπου συνεδρίαζε η τότε συμβουλευτική επιτροπή της χούντας, δίνει το στίγμα της
δυναμικής που αρχίζει να γεννιέται σ’ αυτόν το χώρο.

Στις 2 Μαΐου 1976 πραγματοποιήθηκε η κατάληψη του Οίκου Τυφλών. Βασική αιτία αποτέλεσε η στάση του δικτατορικού καθεστώτος που είχε παραχωρήσει το Ίδρυμα στην Εκκλησία, η οποία για αρκετά χρόνια το διεύθυνε εξ ολοκλήρου με συνέπεια να το οδηγεί στο συντηρητισμό, και το γεγονός ότι τα παιδιά ήταν υποχρεωμένα να αποχωρούν από τα 17 τους χρόνια αναγκαστικά και επιτακτικά. Η πρώτη αντίδραση των κληρικών στην απειλή αμφισβήτησης του θεσμού της εκκλησιαστικής περιουσίας ήταν το κλείσιμο των αποθηκών τροφίμων, η αποκοπή των τηλεφώνων του ιδρύματος, η απομάκρυνση του προσωπικού, με την απειλή της απόλυσης, και η προσπάθεια
διακοπής του ρεύματος και του νερού.

Παράλληλα, κινήθηκαν οι μηχανισμοί αστυνομικών πιέσεων και οι διώξεις μέσω της δικαιοσύνης. Η Συντονιστική Επιτροπή, που είχε την ευθύνη του αγώνα, σύρθηκε εν ονόματι της εν Χριστώ αγάπης, σε δεκάδες δικαστήρια, ακόμα και με το Νόμο 4000 περί τεντιμποϊσμού. Η αναφορά σ΄ όλες τις εκκλησίες, ότι αυτοί που κατέλαβαν τον Οίκο Τυφλών, είναι αλήτες και αναρχοκομουνιστές, η απειλή του τότε διευθυντή της Χριστιανικής Αλληλεγγύης ότι εάν δεν υποχωρήσουν θα τους προσθέσει άλλη μια αναπηρία και ο χαρακτηρισμός των τυφλών από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών ότι μάλλον για το ψυχιατρείο πρέπει να πάνε (Συνέντευξη τύπου στις αρχές Μαΐου 1976), είναι ορισμένες μόνο από αντιδράσεις της Εκκλησίας. Είναι αποκαλυπτικές ωστόσο, καθώς παρουσιάζουν εύγλωττα τη στάση μιας εκκλησίας που αρνείται σε κάθε πιστό, και μάλιστα όταν αυτός είναι ανάπηρος, ν’ αμφισβητεί τον «μανδύα της φιλανθρωπίας» της. Όλες οι πιέσεις δεν μπόρεσαν να αναχαιτίσουν και να κάμψουν το φρόνημα και το ηθικό εκείνων των ανθρώπων που κυρίαρχα πάλευαν για την προάσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Επιπλέον, οι τυφλοί απαίτησαν να σταματήσει η περιφορά του δίσκου γιατί αυτό προσέβαλε την αξιοπρέπειά τους.

Έπειτα από πολλές προτάσεις ικανοποιήθηκε και το αίτημα για δικαίωμα έκδοσης άδειας στάσιμων μικροπωλητών και οι περισσότεροι από τους ζητιάνους τυφλούς σταμάτησαν την επαιτεία, που προσπόριζε μεν σε αυτούς εύκολο κέρδος αλλά συνέθλιβε την αξιοπρέπειά τους. Προτίμησαν το επάγγελμα του στάσιμου μικροπωλητή, που τους προσέφερε λιγότερα ίσως έσοδα, αλλά αξιοπρεπή τρόπο διαβίωσης των ιδίων και των οικογενειών τους.

Το 1979 ολοκληρώθηκε η διαδικασία κρατικοποίησης του τότε «Οίκου Τυφλών» και όλης της περιουσίας του. Έτσι, μετατράπηκε το φιλανθρωπικό ίδρυμα σε Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών (Ν.Π.Δ.Δ.). Δεν είναι ίσως τυχαία και η απάλειψη της λέξης Ίδρυμα από τον τίτλο του, μιας λέξης που κουβαλούσε το αμαρτωλό παρελθόν της βίας των διαχειριστών της φιλανθρωπίας και η αντικατάστασή της με το νέο όρο «Κέντρο», που σηματοδοτούσε μια νέα στάση, η οποία αρνούνταν τη χρήση αναχρονιστικών και αντιδραστικών ορολογιών που συντηρούσαν παλιά πρότυπα και σχήματα.

Η κρατικοποίηση του τότε «Οίκου Τυφλών» είχε πολλαπλές επιδράσεις στη διατήρηση και ανάπτυξη του αναπηρικού κινήματος, αφού θεωρείται η πρώτη σημαντική κατάκτηση, γέννημα και απόκτημα των σκληρών αγώνων του. Είναι γεγονός που τροφοδοτεί τη διάθεση και την απόφαση για αγώνα, εμπεδώνοντας την πίστη εκείνων που ξεσηκώθηκαν, αρνούμενοι να είναι αντικείμενα συντήρησης και επιβεβαίωσης των κοινωνικών προκαταλήψεων, του ρατσισμού και της ανάπηρης στάσης ζωής.

 
ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Νομοθεσία

Παρακολουθώντας τη νομοθετική εξέλιξη πάνω στα θέματα και στα προβλήματα των αναπήρων στην Ελλάδα, θα διαπίστωνε κανείς πως η Πολιτεία μέχρι και το 1950 ποτέ δεν είχε μεριμνήσει γι’ αυτά. Προστασία, κοινωνική πρόνοια και κρατική μέριμνα στους περισσότερους τομείς ήταν ανύπαρκτα. Από εκεί κι έπειτα έχουμε την κρατική παρέμβαση για τη στήριξη της εκπαίδευσης, της επαγγελματικής αποκατάστασης και της πρόνοιας των τυφλών. Σχηματικά οι νόμοι που ψηφίζονται μπορούν να καταταγούν σε τρεις κατηγορίες. Στην πρώτη, ανήκουν αυτοί που έχουν καθαρά οικονομικό περιεχόμενο. Στη δεύτερη, αυτοί που ρυθμίζουν εκπαιδευτικά θέματα. Και στην τρίτη, αυτοί που αποσκοπούν στη βελτίωση της θέσης των αναπήρων μέσα στην κοινωνία και αφορούν την πρόνοια και την επαγγελματική αποκατάσταση. Αυτός ο διαχωρισμός γίνεται για το λόγο ότι δεν υπάρχει σε κανέναν από τους Νόμους και τα Διατάγματα αμιγές περιεχόμενο και έτσι θα μας είναι πιο εύκολο
να κατανοήσουμε την πορεία των νομοθετημάτων.

4.1 Νόμοι οικονομικού περιεχομένου

Ο πρώτος νόμος ο οποίος θίγει προβλήματα οικονομικού περιεχομένου μαζί με άλλα θέματα κύριας σημασίας για τους μη βλέποντες είναι ο Ν. 1904 της 28 Ιουλίου 1951 «Περί προστασίας και αποκαταστάσεως των τυφλών», επί κυβέρνησης Νικολάου Πλαστήρα. Ο συγκεκριμένος Νόμος ορίζει το τι είναι «Τυφλός» και αποτελεί το πρώτο δειλό βήμα αναγνώρισης της ευθύνης και της ευαισθησίας που πρέπει να διακρίνει την πολιτική ενός σύγχρονου Κράτους. Είναι η πρώτη φορά που το Ελληνικό Κράτος ψηφίζει ένα νόμο προνοιακού χαρακτήρα, έστω κι αν έμελλε να γίνει κάποια εφαρμογή του μετά από 15 χρόνια, στη διάρκεια της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου. Το ίδιο έτος για πρώτη φορά με τρόπο σαφή, ρυθμίζονται θέματα συνταξιοδοτικά στην κοινωνική ασφάλιση με τον αναγκαστικό νόμο 1846 (ΦΕΚ τεύχος 1 αριθμός φύλλου 179, 14-21 Ιουνίου 1951 «περί κοινωνικών ασφαλίσεων», άρθρο 29, παράγραφος 10): Το ποσόν των υπό του ΙΚΑ καταβαλλομένων βασικών συντάξεων λόγω αναπηρίας προσαυξάνεται κατά 50% εφόσον ο ανάπηρος βρίσκεται διαρκώς εις κατάστασιν απαιτούσαν συνεχή επίβλεψιν, περιποίησιν και συμπαράστασιν ετέρου προσώπου, εν οις και οι τυφλοί. Ο νόμος, όπως είναι φανερό, ενίσχυε σε μεγάλο βαθμό την οικονομική θέση των αναπήρων. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, με την υπουργική απόφαση υπ’ αριθμόν 361 της 30ής Μαΐου 1965, χορηγήθηκε επίδομα στους άπορους τυφλούς άνω των 60 ετών. Το 1970 η ηλικία συνταξιοδότησης μειώθηκε στα 50 χρόνια και το επίδομα διπλασιάστηκε. Μια επαναστατική πρωτοπορία, στα παγκόσμια ασφαλιστικά δρώμενα, αποτελεί ο νόμος 4476 (ΦΕΚ, Τεύχος 1 αριθ. Φύλλου 103, 31 Μαΐου 1965, «περί προσθέτου παρά του ΙΚΑ προαιρετικής ασφαλίσεως και άλλων τινών μεταρρυθμίσεων της περί ΙΚΑ νομοθεσίας»). Σύμφωνα με το άρθρο 25 (Τυφλοί ησφαλισμένοι του ΙΚΑ συνταξιοδοτούνται λόγω γήρατος, ανεξαρτήτου ορίου ηλικίας, εφόσον έχουν πραγματοποιήσει 4050 ημέρας εργασίας).

Το 1968 με Βασιλικό Διάταγμα 298 της 25ης Απριλίου, επεκτάθηκε το ευεργέτημα της συνταξιοδοτήσεως λόγω γήρατος στους τυφλούς του Ταμείου Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος (ΤΕΒΕ). Στο μοναδικό άρθρο του ανέφερε: «Κατ’ εξαίρεσιν των διατάξεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, οι παρά τω ταμείω ησφαλισμένοι δικαιούνται συντάξεως, λόγω γήρατος, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, εάν διακόψουν την άσκηση του επαγγέλματος των μετά τη συμπλήρωσιν εικοσαετούς τουλάχιστον πραγματικής ασφαλίσεως, εφόσον ήσαν ολικώς τυφλοί προ της ενάρξεως ασκήσεως του επαγγέλματος».

Το 1977 με το Νόμο 612 βελτιώθηκε ακόμα περισσότερο το καθεστώς συνταξιοδοτήσεως των ασφαλισμένων τυφλών του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), καθόσον παρέμεινε η διάταξη ανεξαρτήτου ορίου ηλικίας και η συμπλήρωση 4050 ημερών εργασίας, που αποτελούσε άλλωστε και το κατώτερο όριο για όλους θεμελίωσης δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως. Λαμβανόταν υπόψη, για τον καθορισμό του ύψους της συντάξεως, ο πλασματικός αριθμός των 10500 ενσήμων, γεγονός που αύξανε τις αποδοχές, αφού η σύνταξη υπολογιζόταν με βάση μεγαλύτερο αριθμό ενσήμων. Τα 10500 ένσημα ήταν περίπου το αντίστοιχο της τριακοπενταετίας των δημοσίων υπαλλήλων. Με το νέο καθεστώς το επίδομα αναπηρίας του 50% ενσωματώθηκε στη σύνταξη και έτσι ικανοποιήθηκε το πάγιο αίτημα των τυφλών που απαιτούσαν να μεταβιβάζεται σε περίπτωση θανάτου ολόκληρη η σύνταξη στους δικαιούχους μαζί με το επίδομα. Η δυσκολία που υπήρχε σχετικά με το επίδομα, το οποίο αποτελούσε προσωποπαγές δικαίωμα του συγκεκριμένου συνταξιούχου λόγω της αναπηρίας του, με την ενσωμάτωσή του στη σύνταξη έπαυε να υφίσταται το πρόβλημα για τους δικαιούχους κληρονόμους.

Το Σεπτέμβρη του 1985 η κυβέρνηση θέλοντας να ενισχύσει οικονομικά και άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, πλην των εκπαιδευτικών, θέσπισε το Νόμο 1566 ΦΕΚ 167, με τίτλο «Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις», με τον οποίο παρεχόταν επίδομα ύψους 30% επί του βασικού μισθού σε όλους τους εργαζομένους στα εκπαιδευτικά ιδρύματα των αναπήρων. Επειδή έπρεπε να βρεθεί τρόπος, ώστε να ευσταθεί αυτή η ευνοϊκή μεταχείριση τόσο νομικά όσο και συνταγματικά, χρησιμοποιήθηκε ο όρος της εργατικής νομοθεσίας «λόγω δυσμενών συνθηκών εργασίας».

4.2 Νόμοι εκπαιδευτικού περιεχομένου

Ο πρώτος Νόμος που κάλυπτε εκπαιδευτικά θέματα ήταν ο Ν. 1904 της 28 Ιουλίου 1951 «Περί προστασίας και αποκαταστάσεως των τυφλών», ο οποίος είπαμε πως καλύπτει με τα έξι Άρθρα του όλα τα φλέγοντα θέματα που αφορούσαν τους τυφλούς μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα. Σύμφωνα με το Άρθρο 3 η εγγραφή των τυφλών παιδιών στα ειδικά σχολεία και στις σχολές καθορίζεται υποχρεωτική. Οι γονείς που αδιαφορούν θα υφίστανται κυρώσεις. Επιπλέον το απολυτήριο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης δηλαδή του δημοτικού καθορίζεται ισότιμο με αυτό των λοιπών δημόσιων σχολείων. Παράλληλα προσδιορίζεται ένα σαφές πρόγραμμα μαθημάτων της διδακτέας
ύλης.

Στις 14 Ιουνίου 1952 ψηφίστηκε ο Νόμος «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων των αφορωσών εις τας εγγραφάς, μετεγγραφάς και εξετάσεις των μαθητών σχολείων Μέσης εκπαίδευσης» (ΦΕΚ τεύχος 1 αριθμός φύλλου 164). Ο Νόμος αποτέλεσε σταθμό στο εκπαιδευτικό σύστημα, επιτρέποντας στους τυφλούς μαθητές να παρακολουθούν τα μαθήματα στη Γυμνάσια της χώρας, ανοίγοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τους ορίζοντες του πνεύματος και της μάθησης. Στο Άρθρο 2 σημειωνόταν: «Μαθηταί τυφλοί επιθυμούντες να συνεχίσωσι σπουδάς εις Σχολεία Μέσης Εκπαιδεύσεως, υφίστανται τας εξετάσεις των μόνον προφορικώς, συντασσομένου προς τούτο σχετικού πρακτικού υπό του Συλλόγου των Διδασκόντων. Η περίπτωσις αυτή ισχύει και διά μαθητάς, καταστάντας αναπήρους συνέπεια παθήσεως της δεξιάς χειρός, μονίμου ή παροδικής, και δεν δύνανται να χρησιμοποιήσωσι την ετέραν χείρα προς γραφήν δοκιμίων των εξετάσεων».Μέχρι τότε απαγορευόταν σε όλους τους τυφλούς μαθητές να φοιτούν στα Γυμνάσια γιατί πίστευαν πως αυτά τα παιδιά δεν κατάφερναν ούτε να αυτοεξυπηρετηθούν. Όσοι γονείς είχαν την οικονομική δυνατότητα, βέβαια πράγμα σπάνιο για την τότε ελληνική κοινωνία, έκαναν μαθήματα κατ οίκον στα παιδία τους και αυτά έδιναν εξετάσεις για να φοιτήσουν στην πανεπιστημιακή
σχολή στην οποία εισήχθησαν.

Τον Απρίλιο του 1975 με το Νόμο 37 (ΦΕΚ 26, Άρθρο 2 παράγραφος 3), καταργούνταν η υποχρέωση ορισμένων κατηγοριών ατόμων με ειδικές ανάγκες, κατ’ επέκταση και των τυφλών, να δίδουν εξετάσεις για την εισαγωγή τους στα Πανεπιστήμια. Ένα μέτρο, που επιχείρησε να απαντήσει στο αίτημα των προσώπων με ειδικές ανάγκες, για παροχή σωστών, σύγχρονων μέσων και υπηρεσιών για την εκπαίδευσή τους. Η Ελληνική Πολιτεία, αντί να προσφέρει υπηρεσίες και μέσα, ώστε να μπορεί το πρόσωπο με ειδικές ανάγκες να αυτενεργήσει, να συναγωνιστεί ώστε, μέσα και από την επιτυχία, αλλά και την αποτυχία, να νιώσει το μεγαλείο της ισότιμης αντιμετώπισής του, ήλθε την περίοδο εκείνη, με αυτό το μέτρο, να στραγγαλίσει κάθε προσπάθεια που επιχειρούσε να χειραφετήσει την παρουσία του στη συνείδηση της κοινωνίας. Κανείς δε σκέφτηκε πόσο αρνητικά επέδρασε η συγκεκριμένη απόφαση σε εκείνους τους μηχανισμούς της σκέψης του πολίτη, που, κάποια στιγμή, έπρεπε να συναγωνιστεί με έναν τυφλό συνάδελφό του επιστήμονα, γνωρίζοντας ότι ο παραπάνω έχει μπει χωρίς εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Οι τυφλοί, το μέτρο αυτό, το δέχτηκαν με πολύ σκεπτικισμό, διότι πίστευαν ότι θα ήταν προτιμότερο να παρέχονται τα απαραίτητα μέσα μελέτης, όπως ηχογραφημένα μαθήματα και βιβλία Braille, ώστε να μπορούν να μελετούν άνετα και να μορφώνονται όπως όλοι. Διαθέτοντας τις απαιτούμενες γνώσεις να συμμετέχουν κι αυτοί στις εισαγωγικές εξετάσεις. Η αθρόα και ανεξέλεγκτη εισαγωγή ατόμων με αναπηρία στα Πανεπιστήμια δεν επέτρεπε ουσιαστικά στους άξιους να διακριθούν και να σταθούν ισότιμα πλάι στους συμφοιτητές τους. Διότι, καθώς εισάγονταν χωρίς κριτήρια, δινόταν η εντύπωση στους καθηγητές και στους λοιπούς φοιτητές ότι επρόκειτο για μια ξεχωριστή κατηγορία ατόμων με προβλήματα. Η διευκόλυνση αυτή για τους τυφλούς οδήγησε ακριβώς στα αντίθετα αποτελέσματα. Έκαναν δηλαδή την κοινωνία να τους δει μειονεκτικά και με περισσότερο οίκτο. Το ίδιο έτος με Προεδρικό Διάταγμα υπ αριθμό 601, ΦΕΚ 197 στις 15 Σεπτεμβρίου 1975, στον τ. Α’, αναγνωρίζονταν ως ισότιμα των ειδικών σχολών τυφλών τα χορηγούμενα απολυτήρια από τα πρώτα δημοτικά σχολεία τυφλών που ιδρύθηκαν στην Ελλάδα. Με το Νόμο 1904 είκοσι χρόνια πριν ήταν αναγνωρισμένη η ισότητα αυτών των απολυτηρίων όμως λόγω διενέξεων η εφαρμογή του ήταν αδύνατη.

Στις 31 Μαρτίου 1981 ψηφίστηκε ο Νόμος 1143, που αφορούσε, όπως ανέγραφε ο τίτλος του, «τα αποκλίνοντα εκ του φυσιολογικού άτομα». Ένα νομοθέτημα, που, βεβαίως, ήταν σημαντικό γιατί για πρώτη φορά αναγνώριζε, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, την ευθύνη εκπαίδευσης των προσώπων με ειδικές ανάγκες. Όμως, αν διερευνήσει κανείς το περιεχόμενο της ορολογίας που χρησιμοποιούσε, θα αξιολογήσει και θα σταθμίσει τις αντιλήψεις αυτών που το σκέφτηκαν.

Και σ’ αυτό το Νομοθέτημα, μέσα από αναφορές, η Ελληνική Πολιτεία αναγνώριζε το δικαίωμα των προσώπων με ειδικές ανάγκες στην εκπαίδευση, αρνιόταν, όμως, αφ’ ενός μεν το δικαίωμα συμμετοχής των ίδιων και των φορέων τους στα όποια συλλογικά όργανα προέβλεπε, αφαιρώντας, αξιωματικά, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που προσδίδει η συμμετοχή των άμεσα ενδιαφερόμενων στα όργανα σχεδιασμού και λήψης των αποφάσεων που τους αφορούν και αφ’ ετέρου, δεν προσδιόριζε συγκεκριμένες υποχρεώσεις της Πολιτείας και τους ανάλογους μηχανισμούς παρέμβασης, αφού οι προβλεπόμενες δαπάνες δεν άφηναν κανένα περιθώριο για δράση και ανάπτυξη του τομέα της ειδικής αγωγής. Συγκεκριμένα σύμφωνα με το Άρθρο 1 ο σκοπός του παρόντος Νόμου είναι η παροχή ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως εις αποκλίνοντα εκ του φυσιολογικού άτομα, η λήψη μέτρων κοινωνικής μέριμνας και η ένταξή τους, σύμφωνα με τις δυνατότητές τους, στην κοινωνική ζωή και στην επαγγελματική δραστηριότητα με την εφαρμογή ειδικών εκαπαιδευτικών προγραμμάτων σε συνδιασμό με άλλα ιατρικά και κοινωνικά μέτρα.

Έπειτα το 1985 με το Νόμο 1566 και σύμφωνα με το Άρθρο 32 ορίζεται πως στα άτομα με ειδικές ανάγκες παρέχεται ειδική αγωγή και εκπαίδευση στα κανονικά σχολεία στα οποία είναι ενταγμένα τα άτομα αυτά, σε ειδικές τάξεις, τμήματα ή ομάδες που λειτουργούν μέσα σε κανονικά σχολεία, σε ειδικά νηπιαγωγεία και σε αυτοτελή ειδικά σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Σκοπός είναι η δυνατότητα ένταξής τους στην παραγωγική διαδικασία και η αλληλοαποδοχή
τους με το κοινωνικό σύνολο.

4.3 Νόμοι προνοιακού περιεχομένου

Με τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1917, πραγματοποιήθηκε συνεδρίαση, παρουσία του τότε Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου με θέμα την πρόνοια. «Ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου κ. Κ. Μελάς, έσχε την ευγενή ιδέα και πρωτοβουλία να εισηγηθεί την ίδρυσιν του Πανελληνίου Συνδέσμου προς περίθαλψιν των αναπήρων μας των διαφόρων πολέμων, κατά τα κρατούντα εις τα λοιπά ευρωπαϊκά κράτη, ίνα μη και η Ελλάς υποληφθεί όσον αφορά
εις την περίθαλψιν των τραυματιών των ενδόξων αυτής πολέμων».

Το ζήτημα αντιμετωπίστηκε με το Ν. 1319, 2 Απριλίου 1918 «Περί ιδρύσεως επαγγελματικής σχολής εκπαιδεύσεως αναπήρων πολέμου» υπό την επωνυμία Στέγη Πατρίδος,
καθώς και ο Ν. 1486 25-7-1918 «περί ιδρύσεως ορθοπεδικού κέντρου».

Σύμφωνα με το καταστατικό της Στέγης δημιουργήθηκαν τα εξής τμήματα: 1. Ορθοπεδικό Κέντρο, 2. Γραφείο, 3. Υποδηματοποιείο, 4. Ξυλουργείο, 5. Συνεργείο Καλαθοπλεκτικής, 6. Συνεργείο Φανοποιίας, 7. Τμήμα Γεωργικό, 8. Σαγματοποιείο, 9. Συνεργείο Καθεκλοποιίας, 10. Κουρείο, 11. Τμήμα εκπαιδεύσεως Μαγείρων. Στη Στέγη οι τυφλοί τραυματίες πολέμου είχαν τη δυνατότητα να εκπαιδευτούν, να μάθουν μία τέχνη ώστε να συνεχίσουν τη ζωή τους και να κερδίζουν χρήματα μέσα από την εργασία τους. Το 1951 ο σημαντικός Νόμος 1904 θίγει στο τέταρτο και πέμπτο Άρθρο του την επαγγελματική αποκατάσταση και την Περίθαλψη των τυφλών. Συγκεκριμένα σύμφωνα με το Άρθρο 4 το Κράτος είναι υπεύθυνο και μεριμνά σύμφωνα με τις δυνατότητές του, για την εκμάθηση ενός επαγγέλματος ή μιας τέχνης των τυφλών, αναλόγου φυσικά της αναπηρίας τους. Στους κατ οίκον εργαζόμενους τυφλούς θα παρέχεται κάθε είδους βοήθεια. Ακολούθως με το Άρθρο 5 του παρόντος Νόμου όσοι τυφλοί λόγω προβλήματος υγείας ή ψυχικής ανικανότητας δεν έχουν τη δυνατότητα να εργαστούν το Κράτος προσφέρει δωρεάν ιατρική περίθαλψη και χρηματικό επίδομα, το οποίο είτε παρέχεται στον ίδιο τον τυφλό είτε στην οικογένειά του.

Ένας Νόμος που θεσπίστηκε και αναγνώριζε τα προστατευόμενα εργαστήρια των τυφλών είναι ο υπ αριθ. 2765 (ΦΕΚ τεύχος φύλλου 38 4 Μαρτίου 1954). Το κείμενο
του πρώτου άρθρου του Νόμου αυτού ανέφερε τα ακόλουθα:

– Περί διευκολύνσεως διά την πώλησιν των προϊόντων των εργαζομένων τυφλών.

Άρθρον 1α. Εξαιρετικώς και κατά παρέκκλησιν από των διατάξεων των νόμων περί κρατικών προμηθειών και άλλων ιδιαιτέρων δεσμευτικών διατάξεων, υποχρεούνται αι Κρατικαί Υπηρεσίαι πολιτικαί και στρατιωτικαί, καθώς και αι Υπηρεσίαι Δημοτικών και Κοινοτικών Αρχών, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ή Κοινής Ωφελείας και επί σκοπώ ενισχύσεως των εργαζομένων τυφλών, να απευθύνονται δια την προμήθειαν και επισκευήν των αναγκαιούντων εις αυτάς ειδών καθαριότητος και ψάθινων καθισμάτων, των δυναμένων να κατασκευασθώσιν από τυφλούς, κατά πρώτον λόγον, απευθείας εις Οργανώσεις μη κερδοσκοπικάς συνεστημένας συμφώνως προς τους νόμους, τας εργαζομένας υπέρ των τυφλών και χρησιμοποιούσας τυφλούς εργάτας διά την κατασκευήν των ως άνω ειδών και μόνον εάν αι Οργανώσεις αυταί αδυνατούσι να παραδώσωσι εν όλω ή εν μέρει τα αιτούμενα είδη, να αποτείνονται αι ανωτέρω Υπηρεσίαι και Ιδρύματα αλλαχού. Έπειτα οι παραπάνω οργανώσεις οφείλουν επιπλέον να εφοδιάζονται με άδειες που θα έχουν εκδοθεί με τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Προστασίας τυφλών με κοινή απόφαση των υπουργών Κοινωνικής Πρόνοιας και Εργασίας και Εμπορίου. Παράλληλα καθορίζονται οι όροι εργασίας των τυφλών και ο τρόπος διάθεσης των προϊόντων τους. Παραβίαση των όρων συνεπάγει ανάκληση
της άδειας.

Με υπουργική πράξη καταργήθηκε και ο σκληρός Νόμος περί αρτιμέλειας, της απαγόρευσης δηλαδή διορισμού των αναπήρων στο Δημόσιο.

Με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου υπ’ αριθ. 69 στις 24 Απριλίου 1956 και γνωμάτευση του Α.Σ.Δ.Υ. υπ’ αριθ. 973 12 Ιουνίου 1956 «Περί προσλήψεως των τυφλών πτυχιούχων Σχολής Τυφλών τηλεφωνητών εις Δημόσιες Υπηρεσίας», προβλέπεται ότι τυφλοί πτυχιούχοι τηλεφωνητές δύναται να διορισθούν στο δημόσιο εφόσον κρίνεται ότι είναι ικανοί για την εργασία αυτή. Έτσι, εκτός από τους μαζικούς διορισμούς σε ΔΕΗ, ΟΤΕ, τράπεζες, νοσοκομεία και σε άλλους οργανισμούς που απαιτούσαν τηλεφωνικό κέντρο, το 1970 καθιερώθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 634 (ΦΕΚ τεύχος 1 αριθ. Φύλλου 173, 21 Αυγούστου 1970), η ελεύθερη διακίνηση των αναπήρων
στις αστικές συγκοινωνίες και με μισό εισιτήριο στις υπεραστικές.

Το 1975 είχε ψηφιστεί το νέο Σύνταγμα της Ελλάδας, όπου για πρώτη φορά, στο άρθρο 21, γινόταν αναφορά στην υποχρέωση που οφείλει να έχει η Ελληνική Πολιτεία, να φροντίζει και να μεριμνά υπέρ των προσώπων με ειδικές ανάγκες. Επιπλέον κατοχυρώνεται συνταγματικά το δικαίωμα των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην εκπαίδευση. Δύο χρόνια αργότερα ψηφίστηκε ο Νόμος 612, που ήλθε να συμπληρώσει το Νόμο 444/65, με τον οποίο παρεχόταν πλήρης σύνταξη γήρατος στα 15 έτη, στους εργαζόμενους
τυφλούς.

Στην Ελλάδα, ως τις αρχές τις δεκαετίας του 1980, για το διορισμό ατόμων στο «Δημόσιο» ίσχυε ο σκληρός νόμος «περί αρτιμελείας», αποκληρώνοντας τα άτομα
με αναπηρίες από την εργασία.

Ο Νόμος 611 του 1977 αναφέρει πως στον «Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.», Άρθρο 25, παράγρ. Ι «Ουδείς διορίζεται εάν δεν είναι υγιής».

Ο Νόμος 963 της 1/9/1979 «Περί Επαγγελματικής Αποκαταστάσεως Αναπήρων και εν γένει ατόμων μειωμένων ικανοτήτων» καθορίζει τα παρακάτω σημεία:

• Σαν προστατευόμενα άτομα αυτού του Νόμου θεωρούνται άτομα 15-65 χρόνων που έχουν οποιασδήποτε χρόνια σωματικής ή πνευματικής πάθησης ή βλάβης.

• Αυτά τα άτομα εγγράφονται στα μητρώα των Υπηρεσιών του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), ο οποίος φροντίζει για τον επαγγελματικό προσανατολισμό, την εκπαίδευση και την τοποθέτησή τους στις κατάλληλες εργασίες.

• Για την επαγγελματική εκπαίδευση των προστατευόμενων αυτών ατόμων, ο Ο.Α.Ε.Δ. παραπέμπει τα άτομα σε δικές του εκπαιδευτικές μονάδες ή σε ειδικά γι’ αυτό Ιδρύματα ή φορείς στα οποία μπορεί και να καταβάλλει μέρος ή και το σύνολο της απαιτούμενης δαπάνης για την κατά άτομο επαγγελματική εκπαίδευση.

• Επίσης, ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να καταβάλλει στους εργοδότες που απασχολούν τα προστατευόμενα απ’ τον Νόμο άτομα, μέρος της δαπάνης για τη στοιχειώδη εργονομική
διευθέτηση των θέσεων εργασίας.

• Στους εργοδότες μπορεί να παρέχεται από τον Ο.Α.Ε.Δ. μέρος των καταβαλλομένων απ’ αυτούς αποδοχών στα άτομα που προστατεύονται απ’ το Νόμο.

• Επίσης, οι εργοδότες οφείλουν να απασχολούν αυτά τα άτομα σε εργασίες ανάλογες προς την εξειδίκευση και τις ικανότητές τους και να φροντίζουν για την
ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους.

• Καθορίζονται ποσοστά υποχρεωτικής πρόσληψης, σε διάφορες εργασίες, ατόμων που προστατεύονται απ’ το Νόμο.

• Καθορίζονται επίσης ηθικές αμοιβές σε εργοδότες και σε άλλα πρόσωπα που δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον: για τη πρόσληψη ατόμων που προστατεύονται απ’ το Νόμο πέρα από τα καθοριζόμενα από τον Νόμο υποχρεωτικά ποσοστά, καθώς και για την πραγματοποίηση των σκοπών γενικά του Νόμου.

• Δίνονται 6 μέρες παραπάνω ετήσιας κανονικής άδειας στα εργαζόμενα άτομα που προστατεύονται απ’ τον Νόμο.

Ο Νόμος, επίσης, τονίζει ότι για την πρόσληψη στο Δημόσιο, η έλλειψη αρτιμέλειας ή η ύπαρξη κάποιας πάθησης δεν αποτελούσε «κώλυμα», εφόσον δεν παρακωλύουν τα προσλαμβανόμενα άτομα να ασκήσουν τα καθήκοντά τους ή εφόσον κριθούν κατάλληλα για τη συγκεκριμένη θέση από την αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή.

Σύμφωνα με τον παραπάνω Νομοθέτημα, μπορεί να «συνιστώνται» ανάλογα με τις κατά τόπους ανάγκες, ειδικά Ιδρύματα και Εργαστήρια Ταχύρυθμης προσαρμογής των προστατευόμενων απ’ το Νόμο ατόμων, τα οποία, εξαιτίας της σοβαρότητας της αναπηρίας τους, δεν μπορούσαν προσωρινά ή χρόνια να ασκήσουν κάτω από τις συνηθισμένες συνθήκες της αγοράς εργασίας, κάποια επαγγελματική δράση. Επιπλέον τα άτομα μειωμένων ικανοτήτων, όπως αναφέρει, εντάσσονται στην επαγγελματική δραστηριότητα σε διάφορους κλάδους επαγγελματικής δραστηριότητας και στα εργαστήρια προστατευόμενης εργασίας.

Χάρη στην επανάσταση των μη βλεπόντων και στην κατάληψη του Ιδρύματος της Καλλιθέας από αυτούς, ο Οίκος Τυφλών έφερε πλέον το όνομα «Κέντρο Εκπαιδεύσεως και Αποκαταστάσεως Τυφλών» με σκοπό την κάλυψη και την αντιμετώπιση των εκπαιδευτικών και πνευματικών αναγκών των τυφλών από τη βρεφική τους ηλικία μέχρι και την πλήρη αποκατάστασή και ένταξή τους στην κοινωνία ως ανεξάρτητα και παραγωγικά μέλη. Με αυτό το Προεδρικό Διάταγμα υπ αριθμό 265/17 Απριλίου 1979, ΦΕΚ 74, τ. Α’ [περί συστάσεως Ν.Π.Δ.Δ. υπό την επωνυμίαν «Κέντρον Εκπαιδεύσεως και Αποκαταστάσεως Τυφλών» και εγκρίσεως του Οργανισμού αυτού] τίθενται σε εφαρμογή σύγχρονες μέθοδοι και προγράμματα εκπαίδευσης, καθώς και η χορήγηση ειδικών μέσων και οργάνων της σύγχρονης τεχνολογικής επιστήμης, που αποβλέπουν αφενός στη μείωση και εξάλειψη των δυσκολιών που απορρέουν από την τύφλωση και αφετέρου στην πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων των τυφλών. Ακόμη σκοπός του ΚΕΑΤ ήταν και είναι η έρευνα για τη βελτίωση μεθόδων αποκαταστάσεως των τυφλών και η επιστημονική αντιμετώπιση των επιπτώσεων της τυφλότητας στην οικογένεια
και το κοινωνικό σύνολο, γενικότερα.

Στις 31 Μαρτίου 1981 με την ψήφιση του Νόμου 1143, αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά, ύστερα από έντονες πιέσεις του αναπηρικού κινήματος, η ευθύνη που φέρει το Κράτος για την εκπαίδευση των προσώπων με ειδικές ανάγκες. Στη συνέχεια, με το Νόμο 1320 το 1982, ένα χρόνο μετά δηλαδή, προβλεπόταν για πρώτη φορά η υποχρέωση της Πολιτείας να προσλαμβάνει αναπήρους σε ποσοστό 5% σε όλους τους διαγωνισμούς. Με το νόμο αυτό καταργούνταν οι αναχρονιστικές διατάξεις της αρτιμέλειας, που εξέφραζαν τον κοινωνικό ρατσισμό της Δημόσιας Διοίκησης.

Οι νομοθετικές παρεμβάσεις, μέχρι και το 1980 περίπου, θα λέγαμε ότι αποτελούσαν ενδείξεις προθέσεων, που δεν τολμούσαν να έρθουν σε ευθεία σύγκρουση με τις κατεστημένες κοινωνικές δομές. Κατά τη δεκαετία που ακολούθησε και μετά την εξέγερση των τυφλών αλλά και όλου του αναπηρικού κινήματος, διεκδικείται και απαιτείται έντονα και δυναμικά η συμμετοχή των ατόμων αυτών στα κέντρα σχεδιασμού και λήψης των αποφάσεων.

Είναι εύκολο κανείς να εκφράζει τη συμπάθειά του για τους ανάπηρους, στην πράξη όμως έχει αποδειχτεί ότι πολλοί είχαν έντονες αντιρρήσεις να συνυπάρξουν και να εργαστούν στον ίδιο χώρο με ένα πρόσωπο με ειδικές ανάγκες. Κατά τη διάρκεια της ψήφισης του Νόμου 1320 το 1982, για τον οποίο έγινε αναφορά πιο πάνω (προσλήψεις αναπήρων σε ποσοστό 5% σε διαγωνισμούς), είναι χαρακτηριστικό αυτό που συνέβη. Βουλευτές της τότε αντιπολίτευσης, είπαν, απευθυνόμενοι στον τότε Υπουργό Προεδρίας Αγαμ. Κουτσόγιωργα, ότι με τη συγκριμένη διάταξη θα μετατραπεί σε άσυλο η Δημόσια Διοίκηση. Η απάντηση του Υπουργού ήταν ότι οι ανάπηροι που εργάζονταν τα τελευταία χρόνια και ως τότε στις δημόσιες υπηρεσίες έδειξαν συνέπεια, εργατικότητα, τιμιότητα και παραγωγικότητα κατά την
ώρα της εργασίας τους και δεν ασχολούνταν με κέντημα και ψώνια.

Το 1985 ψηφίστηκε και ο γνωστός Γ.Ο.Κ (γενικός οικοδομικός κανονισμός), ο οποίος έθετε για πρώτη φορά τις βάσεις ενός πλαισίου προσπελασιμότητας, προκειμένου να μπορούν οι κινητικά ιδιαίτερα ανάπηροι με αναπηρικά αμαξίδια, να προσεγγίζουν τα διάφορα δημόσια κτίρια και τους χώρους επιλογής τους. Το ίδιο έτος ψηφίστηκε και ο Νόμος 1566 του 1985, που αφορούσε τη δομή και την οργάνωση της Πολιτείας για την ανάπτυξη της ειδικής αγωγής και την προσφορά υπηρεσιών και μέσων, ώστε το πρόσωπο με ειδικές ανάγκες να μπορεί να εκπαιδεύεται και να αναπτύσσει τις δημιουργικές του ικανότητες. Σύμφωνα με το Άρθρο 32 η ειδική αγωγή πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και η ειδική επαγγελματική εκπαίδευση, παρέχεται δωρεάν από το Κράτος σε δημόσια σχολεία και σχολές. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις παρέχεται στο σπίτι και συγχρόνως γίνεται διαφώτιση της οικογένειας, για την αντιμετώπιση των αναγκών αυτών των ατόμων, με την επίβλεψη ειδικού σε κάθε περίπτωση. Στα μέσα της δεκαετίας καταργήθηκαν και οι αναχρονιστικές ορολογίες, όπως εκείνη του Νόμου 1143 του 1981 «αποκλίνοντα εκ του φυσιολογικού άτομα», οι οποίες αντικαταστάθηκαν με πιο αποφορτισμένους όρους, όπως «πρόσωπα με ειδικές ανάγκες και δυνατότητες».

 συνεχίζεται σε επόμενο email

 http://www.eoty.gr/main/text.asp#startpage



________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
__________
Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και παγκόσμιο 
ρεπερτόριο επισκεφθείτε το
http://www.isobitis.com

______________

Απαντηση