ΤΡΕΙΣ ΑΓΓΛΟΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΥΠΑΚΟΗ: RAZ, DWORKIN, RAWLS
Μέρος Γ 4. Οι απόψεις του John Rawls Εάν οι Raz και Dworkin επιχειρούν να προσεγγίσουν το πρόβλημα της πολιτικής ανυπακοής εν όψει της διατυπώσεως ορισμένων ολιγότερο ή περισσότερο πρακτικών λύσεων, ο John Rawls εντάσσει τον σχετικό προβληματισμό στο πλαίσιο της ευρύτερης θεωρίας του για τη δικαιοσύνη. Εντούτοις η φιλοσοφική του σαφήνεια και βαθύτητα διευκολύνει αναμφίβολα την ορθή τοποθέτηση του προβλήματος, ακόμη και για τις ανάγκες της καθημερινής πρακτικής. Ο Rawls συλλαμβάνει την πολιτική ανυπακοή ως πράξη πολιτικής ορισμένου είδους. Ερειδόμενη σε αμφισβήτηση ορισμένων εκφάνσεων της εννόμου τάξεως αλλά κινούμενη βασικώς εντός αυτής. Διακρίνει δε την πολιτική ανυπακοή από την αντίρρηση συνειδήσεως, η οποία αμφισβητεί επιταγές του νόμου πάνω στη βάση καθαρά ατομικών ηθικο - θρησκευτικών επιταγών του πράττοντος οι οποίες είναι ενδεχόμενο να μην εντάσσονται στο εύρος της δημόσιας λογικότητος. Η δυσχέρεια ως προς την αντιμετώπιση του προβλήματος της πολιτικής ανυπακοής, σημειώνει ο Rawls, συνίσταται στο ότι εμφανίζεται ως περίπτωση συγκρούσεως καθηκόντων[27]. Το ερώτημα που τίθεται είναι τούτο; «Σε ποιό σημείο η υποχρέωση να υπακούει κανείς στους νόμους που ψηφίζει η πλειοψηφία,... παύει να είναι δεσμευτική εν όψει του δικαιώματος του καθενός να υπερασπίζεται τις ελευθερίες του και να αντιστέκεται στην αδικία;»[28] Το ερώτημα τούτο αναπόφευκτα φέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της φύσεως και των ορίων της εξουσίας της πλειοψηφιας[29]. Ο Rawls ορίζει την πολιτική ανυπακοή ως «πράξη δημόσια, μη βίαιη, με συνειδησιακό έρεισμα αλλ' όμως πολιτικού χαρακτήρα η οποία ειναι αντίθετη στο νόμο και διενεργείται συνήθως με σκοπό να προκαλέσει μεταβολή του νόμου ή της πολιτικής που ακολουθεί η κυβέρνηση»[30]. Ενεργώντας τοιουτοτρόπως, συνεχίζει ο Rawls, απευθύνεται κανεις στο αίσθημα δικαιοσύνης της πλειοψηφίας και δηλώνει ότι κατά την κρίση του παραβιάζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αρχές κοινωνικής αλληλεγγύης και συνεργασίας που διέπουν τη συμβίωση ελευθέρων και ίσων ατόμων[31]. Εξυπακούεται, στην επιχειρηματολογία του Rawls, ότι πρόκειται για μια κατ' αρχήν δίκαιη και εύτακτη κοινωνία που σέβεται κατά το μάλλον ή ήττον τις αρχές της δικαιοσύνης που έχει διατυπώσει πρωτύτερα ο συγγραφέας. Για τον Rawls η πολιτική ανυπακοή, ορθώς εννοουμένη, έχει πολιτικό χαρακτήρα υπό μια πολύ συγκεκριμένη έννοια: ο πράττων, δηλ. ο διαφωνών παραβαίνοντας το θετικό δίκαιο δεν επικαλείται εντελώς ιδιοσυγκρασιακά επιχειρήματα που ανάγονται στις ατομικές ηθικές, θρησκευτικές, φιλοσοφικές ή άλλες αντιλήψεις του, αλλ' επικαλείται αρχές και επιχειρήματα που απορρέουν από την υφιστάμενη δημόσια περι δικαιοσύνης αντίληψη[32]. Στην πολιτική ανυπακοή ο πράττων ευρίσκεται δηλαδή εντός του εύρους της δημόσιας σφαίρας, συμμετέχει στο δημόσιο Diskurs, καταφάσκει κατ' αρχήν την έννομη τάξη και τις αρχές που την διέπουν, αλλά πιστεύει ειλικρινώς ότι η ορθή ερμηνεία αυτών ακριβώς των υπερθετικών αρχών που διέπουν την έννομη τάξη επιβάλλει διαφορετική αντιμετώπιση ορισμένου ζητήματος, καλεί δε την πλειοψηφία να αναγνωρίσει τούτο και να μεταβάλει την κρίση της. Ως τοιαύτη, η πολιτική ανυπακοή, πιστεύει ο Rawls (ενδεχομένως δε ενίοτε και η αντίρρηση συνειδήσεως, περι ής αμέσως κατωτέρω), έχει να παίξει σημαντικό ρόλο στο πλαίσιο και μιας δίκαιης και ευνομούμενης ακόμη πολιτείας, διότι, καίτοι αποτελεί πράξη εξ ορισμού παράνομη, διαδραματίζει ρόλο σταθεροποιητικό της όλης συνταγματικής έννομης τάξης[33]. Ο Rawls άγεται μέχρι του σημείου να υποστηρίξει ότι η θεωρία της πολιτικής ανυπακοής, ως θεωρία η οποία επιχειρεί να θέσει τους όρους υπό τους οποίους η νόμιμη, δημοκρατική εξουσία μπορεί να καταστεί αντικείμενο αμφισβητήσεων κατά τρόπους εν στενή εννοία παράνομους, οι οποίοι όμως ενέχουν και εκφράζουν μιαν πίστη στον νόμο και στις θεμελιώδεις πολιτικές αρχές που διέπουν το δημοκρατικό καθεστώς, συμπληρώνει την καθαρή νομική αντίληψη της συνταγματικής δημοκρατίας[34]. Από την σύλληψη αυτής της πολιτικής ανυπακοής συνάγει ο Rawls ορισμένα σημαντικά συμπεράσματα με πρακτικό ενδιαφέρον: Η «γνήσια» πολιτική ανυπακοή οφείλει να εκδηλώνεται ως μια δημόσια πράξη, ενεργούμενη κατά το δυνατόν χωρίς βία και με την πρέπουσα προειδοποίηση του κοινού, ενώ ο πράττων πρέπει να είναι κατ' αρχήν έτοιμος να υποστεί τις έννομες συνέπειες της πράξεώς του[35]. Πολιτική ανυπακοή θα είναι κατ' αρχήν δικαιολογημένη μόνο στις περιπτώσεις που ελαύνεται από πρόθεση αντίδρασης σε παραβιάσεις της πρώτης αρχής της δικαιοσύνης του Rawls, ήτοι της αρχής που προβλέπει πλήρη ισότητα θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για όλους[36]. Ως προς την δεύτερη αρχή, που προβλέπει τα περί κατανομής του πλούτου και της εξουσίας, πολιτική ανυπακοή δικαιολογείται μόνον σε εξαιρετικά σοβαρές παραβιάσεις της. Ετσι π.χ. δεν νοείται κατ' αρχήν ως δικαιολογημένη η πολιτική ανυπακοή ως μέσον αντίδρασης κατά φορολογικών νόμων θεωρουμένων ως αδίκων, παρά μόνον εφ' όσον μπορεί να κριθεί ότι πράγματι οι νόμοι αυτοι σχεδιάστηκαν και θεσπίστηκαν σκόπιμα κατά κατάλυση κάθε έννοιας ίσης μεταχείρισης[37]. Περαιτέρω, θα απαιτείται συνήθως η προηγούμενη εξάντληση κάθε νομίμου μέσου που παρίσταται ως ικανό ή πρόσφορο να ανατρέψει τον άδικο νόμο χωρίς παραβίαση της νομιμότητος[38] Ας τονίσουμε για μια ακόμη φορά, ότι, υπό την έννοια που συλλαμβάνει ο Rawls την πολιτική ανυπακοή, αυτή πρέπει να διακρίνεται από άλλες μορφές αντίστασης ή ανυπακοής, όπως είναι π.χ. η επαναστατική δράση, η άρνηση που οφείλεται στην πεποίθηση ότι κάποιος νόμος δεν είναι ισχυρός ή και η αντίρρηση συνειδήσεως (conscientious refusal), η οποία δεν ερείδεται σε αρχές πολιτικές, αλλά σε αντιλήψεις ηθικές, θρησκευτικές η φιλοσοφικές του πράττοντος, απομαρκυσμένες από τις αρχές που διαπνέουν την συνταγματική τάξη[39]. Βεβαιως, ορισμένη πράξη αντιρρήσεως είναι δυνατόν αν ιδωθεί και ως πράξη κυρίως ειπείν πολιτικής ανυπακοής, αναλόγως των κινήτρων της: Ετσι, η άρνηση να φέρει κανείς όπλα συνιστά αντίρρηση συνειδήσεως εφ' όσον ερείδεται σε κάποια θρησκευτική δοξασία του πράττοντος (π.χ. διότι πιστεύει στην μετεμψύχωση), ενώ θα είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως πολιτική ανυπακοή εφ' όσον εκλογικεύεται ως πράξη αντικείμενη στην ορθή ερμηνεία ευρύτερων και κοινά αποδεκτών συνταγματικών και δικαιοπολιτικών επιλογών (π.χ. της προστασίας της αξίας του ανθρώπου). 5. Αντί συμπεράσματος Είναι προφανές, ότι δεν είναι δυνατόν, στο πλαίσιο της παρούσης, τουλάχιστον, να συναχθούν ασφαλή συμπεράσματα ή να επιχειρηθούν κομψές συνθέσεις. Ορισμένες παρατηρήσεις μπορούν εν τούτοις να σταθούν αντί συμπεράσματος. Το πρόβλημα της πάσης φύσεως αντίστασης στο νόμο είναι δυσεπίλυτο, διότι θέτει κάθε κοινωνικό σύστημα προ των ορίων του. Οσοι πρόσκεινται στον νομικό θετικσιμό, όπως ο Raz, έχουν την τάση να διαβλέπουν γρηγορότερα ότι η σύγκρουση δικαίου και ηθικής είναι κάποτε μοιραία και αναπόφευκτη και ότι στην περίπτωση αυτή εναπόκειται στην συνείδηση του καθενός να αποφασίσει «με ποιούς θα πάει και ποιούς θ' αφήσει». Οσοι, αντίθετα, δεν συμμερίζονται τις απόψεις του νομικού θετικισμού, διαβλέπουν συνήθως μια στενότερη διαπλοκή δικαίου και ηθικής, η οποία δικαιολογεί και μεγαλύτερη ανεκτικότητα της εννόμου τάξεως έναντι των φαινομενικών παραβιάσεών της. Στο σημείο αυτό είναι ενίοτε εύκολο οι αναλύσεις να χάσουν τη σαφήνειά τους, ιδίως όταν με τη διεύρυνση των ερμηνευτικών μεθόδων επιχειρείται να κριθούν εν τέλει ως σύσσωμες όλες οι πράξεις οι οποίες μας παρίστανται ως ηθικά δικαιολογημένες. «Πειραζόμεθα, γράφει ο Rawls, να πούμε ότι ο νόμος πρέπει πάντοτε να σέβεται τις επιταγές της συνειδήσεως. τούτο όμως δεν είναι ορθό»[40]. Ακόμη και η ανεκτική κοινωνία του Rawls θα είναι υποχρεωμένη να κρίνει ορισμένες συμπεριφορές ως μή ανεκτές, ως intoleρant. Ποτέ οποιοδήποτε υπαρκτό κοινωνικό μόρφωμα θα είναι σε θέση να εξεύρει χώρο για όλες τις πιθανές μορφές ηθικής εμπειρίας και όλες τις δυνατές στάσεις ζωής και συνείδησης. Αυτό είναι ίσως το άφευκτο χαρακτηρισηκό της ανθρώπινης κατάστασης. [1] J.Raz, The Authority of Law, (Oxford:Clarendon, 1979), σ. 233. [2] Βλ. J. Raz, «Promises and Obligations» στο Law, Society and Morality, Essays in honour of Η.L.Α. Hart, Ρ.Μ.S. Hacker & J.Kaz (εκδ.) Oxford, 1977. [3] J. Raz, The Authority of Law, σελ. 262 [4] Ο.π. σελ. 263. [5] Οπ.π. σελ. 264. [6] Οπ.π. σελ, 265. [7] Ibid. [8] Οπ.π. σελ. 266. [9] Σελ. 266. [10] Σελ. 268. [11] Σελ. 273. [12] Σελ. 273. [13] Σελ. 274. [14] Σελ. 274 υποσ. 6. [15] Αναδημοσίευση: Taking Rights Seriουsly, (Cambridge, Mass, : Harv. U. Press, 1977) σελ. 206 επ. [16] Βλ. R. Dworkin, « Civil Disobedience and Nuclear Protest» στο A Matter of Principle (Cambridge, Mass: Harv. U. Press, 1985) σελ. 104 επ. [17] Σελ. 106 - 107. [18] Σελ. 107. [19] Σελ. 109. [20] Σελ. 103. [21] Σελ. 109. [22] Σελ. 108-109. [23] Σελ. 110-111. [24] Σελ. 106. [25] Σελ. 106. [26] Σελ. 114. [27] John Rawls, Α Theory of Justice (Cambridge. Mass: Harv. U.Press, 1971) σελ. 363. [28] Σελ. 363. [29] Σελ. 363. [30] Σελ. 364. [31] Σελ. 364. [32] Σελ. 365. [33] Σελ. 383. [34] Σελ. 385-86 [35] Σελ. 366 [36] Σελ. 372. Πρβλ. στο σημείο αυτό την ομοιότητα με τις δύο μορφές principle-based civil disobedience του Dworkin. [37] Σελ. 372 [38] Σελ. 373) [39] Βλ. ιδίως σελ. 368 επ. [40] Σελ. 370 ! O Ξενοφών I. Παπαρρηγόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής στο πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Πρώτη ανάρτηση στον ιστοχώρο του καθηγητή Κώστα Μπέη. Γιώργος ________ Orasi mailing list για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] και στο θέμα γράψτε unsubscribe Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net Για το αρχείο της λίστας http://www.mail-archive.com/[email protected]/ παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011) http://www.freelists.org/archives/orasi __________ NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού http://www.nvda-project.org/ __________ Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και παγκόσμιο ρεπερτόριο επισκεφθείτε το http://www.isobitis.com ______________
